Σκέψεις…

Το κομμάτι που λείπει συναντά το μεγάλο Ο

.

 

Advertisements
Categories: Οπτικοακουστικό υλικό | Σχολιάστε

Για να είμαι δίκαιος…

.

Δεν ξέρω αν σε άφησα να με βρεις ποτέ, και πάντως όχι απόψε, στο λίγο φως που φέγγει το ξημέρωμα. Δεν πρόσεξα καν αν είχες έναν καημό για πανωφόρι, είχε μπει σκόνη στα μάτια μου. Μη γελαστείς, όχι χρυσόσκονη…

Ο πυρετός λέει ψέματα, ήμουν κι εγώ εκεί; Με βρήκες; Το αίμα μου δεν έχει πια αλκοόλ και στο σταθμό έμεινες μόνη σου, σε είδα.

Τελικά δεν έμαθα το ρεύμα που χτυπάει τις νύχτες σου. Και μόνο αέναες εικασίες θα γεννάνε τα χέρια μου για το αν θα σε έπαιρναν αγκαλιά.

Σαν κάτι που σκορπάει. Σαν κάτι να σκόρπισε.

Και η τελευταία μου αγωνία είναι αν πρόλαβες τουλάχιστον να το τραγουδήσεις.

.

Categories: Εγχώρια | Ετικέτες: | Σχολιάστε

Χάνω R.E.M.

.

Τον τελευταίο καιρό έχω αρχίσει να κοιμάμαι έξι-και-κάτι ώρες την ημέρα αντί για οκτώ (που ήταν το απαράβατο στάνταρ μου από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου), και να ξυπνάω μια χαρά. Γερνάω…

Χάνω έναν κύκλο ύπνου (τέσσερις αντί για πέντε). Χάνω ένα στάδιο R.E.M.

Ελπίζω μόνο να χάνω το στάδιο «everybody hurts» και να κρατάω σίγουρα το στάδιο «shiny happy people».

Θα δείξει.

.

Categories: Εγχώρια | Ετικέτες: | Σχολιάστε

Βγες ραντεβού με ένα κορίτσι που δεν διαβάζει

.

Βγες ραντεβού με ένα κορίτσι που δεν διαβάζει. Ανακάλυψέ την στη μελαγχολική ζοφερότητα ενός μπαρ του συρμού,  ή στο καπνισμένο, ιδρωμένο και αλκοολούχο χώρο ενός club.  Όπου και να την βρεις φρόντισε να είναι με το χαμόγελο στα χείλη και σιγουρέψου ότι αυτό γίνεται πλατύτερο όταν η παρέα της στρέφει αλλού την προσοχή της.  Στην πορεία, απασχόλησέ την με ελαφριά κουβεντούλα, διάλεξε «πεσιματικές» ατάκες χαμογελώντας αμυδρά και με νόημα.  Και ενώ η νύχτα μπαίνει για τα καλά οδήγησέ την στην πόρτα της εξόδου.  Μην δώσεις σημασία στην όποια αβάσταχτη κούραση μπορεί προς στιγμήν να σε λυγίζει. Φίλησέ την κάτω από την τρεμάμενη λάμψη της λάμπας του δρόμου ενώ βρέχει, όπως έχεις δει στις ταινίες, υποκρινόμενος ωστόσο ότι η σκηνή δεν έχει και κάποια ιδιαίτερη σημασία. Πήγαινέ την στο διαμέρισμά σου και απάλλαξε τον εαυτό σου από τον ψυχαναγκασμό του «κάνω έρωτα». Απλά πήδηξέ την.

Στην πορεία άσε το βιαστικό συμβόλαιο που υπέγραψες –ούτε που κατάλαβες πώς-  να εξελιχθεί αργά και βασανιστικά σε σχέση. Βρες κοινά ενδιαφέροντα και θέματα προς συζήτηση, όπως το σούσι ή η μουσική. Φρόντισε να κτίσεις γύρω από αυτό ένα πολύ γερό οικοδόμημα, πασπαλισμένο με την αίσθηση της αίγλης του ιερού χώρου στον οποίο καταφεύγεις κάθε φορά  που η ατμόσφαιρα μεταξύ σας γίνεται χλιαρή και τα βράδια ατελείωτα. Μην σκέφτεσαι ιδιαίτερα και άσε απλώς τους μήνες να περνούν. Πρότεινέ της να συζήσετε και άφησε στην ίδια την ευθύνη της διακόσμησης. Αναλώσου σε ανούσιους καβγάδες τύπου «κλείνουμε την κωλοκουρτίνα στην ντουσιέρα για να μην πιάσει μάκα» και άσε να περάσει ένας χρόνος χωρίς να το πάρεις χαμπάρι.  Από εδώ και εμπρός ξεκίνα να παίρνεις χαμπάρι.

Στο μυαλό σου στριφογυρνάει η ιδέα ότι είναι μάλλον καιρός να παντρευτείτε, αλλιώς όλη η ιστορία θα είναι χαμένος χρόνος.  Κάλεσέ την λοιπόν για δείπνο σε ένα υπερπολυτελές εστιατόριο με ονειρική θέα πολύ εκτός των οικονομικών σου δυνατοτήτων. Με μακάριο ύφος ζήτησε από το σερβιτόρο να της φέρει ένα ποτήρι σαμπάνια αφού έχει βάλει μέσα ένα αξιοπρεπές δακτυλίδι. Όταν το προσέξει κάνε της πρόταση με όσο ενθουσιασμό και ειλικρίνεια μπορείς να επιστρατεύσεις.  Μην σε νοιάξει ιδιαίτερα αν νοιώσεις την καρδιά σου να χτυπά σαν ταμπούρλο. Το ίδιο ισχύει ακόμα και αν δεν μπορείς να τη νοιώσεις καθόλου. Εάν μεσολαβήσει χειροκρότημα κάνε σαν να μην τρέχει τίποτα. Αν κλάψει, χαμογέλασε σαν να είσαι ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος του κόσμου.  Αν δεν κλάψει κάνε το ίδιο.

Άσε τα χρόνια να περνούν δίχως να δίνεις ιδιαίτερη σημασία. Ασχολήσου με την καριέρα σου, αγόρασε ένα σπίτι, κάνε δύο εντυπωσιακά παιδιά. Προσπάθησε να τα μεγαλώσεις καλά. Σταδιακά μπορείς να αρχίσεις να νοιώθεις αποτυχημένος. Απώλεσε λοιπόν την ύπαρξή σου μέσα σε μια βαρετή μονοτονία, σε μια μονοδιάστατη θλίψη. Πέρασε την κρίση της μέσης ηλικίας. Γέρασε. Στοχάσου πάνω στην ελλιπή πραγματοποίηση των στόχων σου. Κάποιες φορές νοιώσε ευχαριστημένος αλλά κυρίως νοιώσε κενός και ελαφρύς. Κατά την διάρκεια περιπάτων νοιώσε σαν να μην υπάρχει πια επιστροφή ή σαν να είσαι έτοιμος να σε πάρει ο άνεμος.  Στο τέλος συμβιβάσου με μια θανατηφόρα ασθένεια και αποδήμησε εις Κύριον αλλά …μόνο αφού έχεις συνειδητοποιήσει ότι με το κορίτσι που δεν διάβαζε η καρδιά σου δεν σκίρτησε ποτέ από οποιοδήποτε πάθος, και κανένας δεν θα γράψει την ιστορία της ζωής σας. Κατά τον ίδιο τρόπο, θα πεθάνει και αυτή μόνο με την αμυδρή και μέτριας έντασης θλίψη ότι η ικανότητά της να αγαπάει έπεσε στο κενό.

Κάνε αυτά τα πράγματα, γαμώτο, γιατί τίποτα δεν είναι χειρότερο από ένα κορίτσι που διαβάζει. Κάνε τα, σου λέω, γιατί μια ζωή στο καθαρτήριο είναι καλύτερη από μια ζωή στην κόλαση. Κάνε τα γιατί το κορίτσι αυτό είναι γνώστρια του λεξιλογίου που μπορεί να περιγράψει αυτή την ακαθόριστη δυσαρέσκεια ως μια ανεκπλήρωτη ζωή.  Ένα λεξιλόγιο που αναλύει την εσωτερική ομορφιά του κόσμου και την κάνει δυνατή αναγκαιότητα αντί για φαντασιακή αναζήτηση. Το κορίτσι που διαβάζει έχει πρόσβαση σε ένα λεξιλόγιο που μπορεί να διακρίνει μεταξύ της απατηλής και απαθούς ρητορικής κάποιου που δεν μπορεί να την αγαπήσει, και της άναρθρης απελπισίας κάποιου που την αγαπάει πολύ. Ένα λεξιλόγιο που, γαμώτο, κάνει την κενού περιεχομένου σοφιστεία μου ένα φτηνό κόλπο.

Κάνε τα γιατί το κορίτσι που διαβάζει κατανοεί σύνταξη. Η λογοτεχνία την έχει διδάξει ότι οι στιγμές τρυφερότητας έρχονται σε σποραδικά αλλά αναγνωρίσιμα διαλείμματα. Γνωρίζει επίσης πολύ καλά ότι η ζωή δεν έχει γραμμική πορεία,  και θεωρεί δεδομένο ότι η παρακμή ρέει στην ίδια κατεύθυνση με την απογοήτευση. Ένα κορίτσι που έχει εμβαθύνει στη σύνταξη του λόγου αναγνωρίζει, στις ακανόνιστες διστακτικές παύσεις ανάμεσα σε δύο ανάσες, τη φύση του ψέματος. Επίσης, αντιλαμβάνεται τη διαφορά της μεμονωμένης στιγμής θυμού από την μόνιμη συνήθεια κάποιου να είναι πικρός και κυνικός ανεξάρτητα λόγου ή αιτίας. Αυτή η συνήθεια θα παραμείνει ζωντανή και όταν έχει πακετάρει τα πράγματα της, έχει αποχαιρετήσει απρόθυμα, έχει αποφασίσει ότι πρόκειται για παύση και όχι για τελεία και …προφανώς θα συνεχίζεται εις τον αιώνα τον αιώνων αμήν. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για το συντακτικό που ταιριάζει στο ρυθμό και στους κυματισμούς ενός «αγαθού» βίου.

Βγες ραντεβού με ένα κορίτσι που δεν διαβάζει γιατί το κορίτσι που διαβάζει γνωρίζει τη σημαντικότητα της πλοκής, μπορεί να εντοπίσει που τελειώνει ο πρόλογος καθώς και τις αιχμηρές εντάσεις της κορύφωσης. Τις νοιώθει στο πετσί της. Το κορίτσι που διαβάζει θα είναι υπομονετική σε μια διακοπή της δράσης, θα επισπεύσει τη λύση. Μα πάνω απ’ όλα γνωρίζει την αναπόφευκτη βαρύτητα του τέλους. Βρίσκεται στο στοιχείο της. Έχει αποχαιρετήσει χιλιάδες ήρωες με ένα σούβλισμα θλίψης όλο κι όλο στην καρδιά.

Μην βγεις ραντεβού με ένα κορίτσι που διαβάζει γιατί τα κορίτσια αυτά είναι που αφηγούνται τις ιστορίες. Εσύ και ο Τζόυς, εσύ και ο Ναμπόκοφ, εσύ και η Γουλφ. Εσύ στη βιβλιοθήκη, στο διάδρομο αναμονής του μετρό, στη γωνία του καφέ, στο παράθυρο του δωματίου σου. Εσύ που αιωνίως κάνεις την ζωή μου αφόρητη. Το κορίτσι που διαβάζει έχει βγάλει έξω το τεφτέρι της ζωής της και είναι γεμάτο νόημα. Προσέχει οι αφηγήσεις της να είναι πλούσιες, το υποστηρικτικό καστ χρωματιστό και η γραμματοσειρά έντονη. Εσύ, το κορίτσι που διαβάζει, με κάνεις να θέλω να είμαι όλα αυτά που δεν είμαι. Αλλά είμαι αδύναμος και θα σε απογοητεύσω, αφού αυτό που έχεις ονειρευτεί είναι καλύτερο από αυτό που είμαι. Δεν θα δεχόσουν ποτέ τη ζωή για την οποία μιλούσα προηγουμένως. Δεν θα δεχόσουν τίποτα λιγότερο από πάθος, τελειότητα και μια ζωή άξια να αφηγηθεί. Αυτό ήταν. Τελείωσα με σένα κορίτσι που διαβάζει. Και μην ξεχάσεις με το επόμενο τραίνο να πάρεις και τον Χεμινγουέι μαζί σου. Σε μισώ. Δεν φαντάζεσαι πόσο πολύ σε μισώ.

.

Charles Warnke

.

Categories: Εισαγόμενα | 1 σχόλιο

Η τσουλήθρα, το σκάμμα και η μυρωδιά της κιμωλίας επάνω στην κλακέτα

.

Η blogger Ιφιμέδεια επιλέγει αγαπημένες της ταινίες για την εφημερίδα lifo. Αντιγράφω την εισαγωγή του άρθρου της με την αποδίδουσα-τα-credits ζήλεια κάποιου που διάβασε σκέψεις του να κυλάνε στο χάρτινο (ή, έστω, ηλεκτρονικό) σκάμμα με τσουλήθρα το χέρι ενός άλλου :

«Κάποιους τους έσωσε η μουσική – last night a DJ saved my life και δεν συμμαζεύεται- εμένα τη ζωή μου την έσωσαν οι ταινίες.

Στην ασπρόμαυρη τηλεόραση των δύο καναλιών κι αργότερα περνώντας όλα τα Σαββατοκύριακα της εφηβείας μου στον κινηματογράφο, βρήκα καταφύγιο στις ταινίες, αισιοδόξησα κι έλπισα, ταξίδεψα, φαντάστηκα, έκλαψα γοερά με τις δυστυχίες των άλλων, θύμωσα, μπερδεύτηκα, ερωτεύτηκα και θαύμασα.

Λέω πώς οι ταινίες έσωσαν τη ζωή μου, μα ίσως και να την έβλαψαν, γιατί από νωρίς άρχισα να φιλτράρω την καθημερινότητα με βάση την κινηματογραφικότητά της.

Μέσα από αυτό το φίλτρο οι λύπες διογκώνονται και γίνονται μελοδράματα, οι χαρές γίνονται ξεκαρδιστικές κωμωδίες, ο έρωτας πρέπει να έχει δραματική ποιότητα. Δεν ξέρω αν αυτό είναι τελικά καλό ή κακό, γιατί δεν ξέρω πώς μπορεί να είναι αλλιώς.

Σκέφτομαι ότι ο καθένας από μας κάνει μαζί με την πορεία της ζωής του μια δεύτερη παράλληλη πορεία : από τη μια ταινία στην άλλη. Κανείς μας ποτέ δεν θα κάνει την ίδια διαδρομή : κανείς δεν θα δει τις ίδιες ταινίες με κάποιον άλλον, ποτέ με την ίδια σειρά. Κι ίσως αυτό είναι περισσότερο καθοριστικό από ό,τι νομίζουμε.

Αυτή η δεύτερη παράλληλη ζωή μας είναι συγχρόνως ατομικό μας δημιούργημα κι είμαστε δημιούργημά της.»

.

Αναδημοσίευση από lifo

.

Categories: Εισαγόμενα | Σχολιάστε

Ομιλία του Γιώργου Σεφέρη κατά την τελετή παραλαβής του Βραβείου Νόμπελ Λογοτεχνίας, 11 Δεκεμβρίου 1963

.

“Ἀνήκω σὲ µία χώρα µικρή.
Ἕνα πέτρινο ἀκρωτήρι στὴ Μεσόγειο, ποὺ δὲν ἔχει ἄλλο ἀγαθὸ παρὰ τὸν ἀγώνα τοῦ λαοῦ, τὴ θάλασσα, καὶ τὸ φῶς τοῦ ἥλιου.

Εἶναι µικρὸς ὁ τόπος µας, ἀλλὰ ἡ παράδοσή του εἶναι τεράστια καὶ τὸ πράγµα ποὺ τὴ χαρακτηρίζει εἶναι ὅτι µᾶς παραδόθηκε χωρὶς διακοπή.

Ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα δὲν ἔπαψε ποτὲ της νὰ µιλιέται. Δέχτηκε τὶς ἀλλοιώσεις ποὺ δέχεται καθετὶ ζωντανό, ἀλλὰ δὲν παρουσιάζει κανένα χάσµα.

Ἄλλο χαρακτηριστικὸ αὐτῆς τῆς παράδοσης εἶναι ἡ ἀγάπη της γιὰ τὴν ἀνθρωπιά, κανόνας της εἶναι ἡ δικαιοσύνη.

Στὴν ἀρχαία τραγωδία, τὴν ὀργανωµένη µὲ τόση ἀκρίβεια, ὁ ἄνθρωπος ποὺ ξεπερνᾶ τὸ µέτρο, πρέπει νὰ τιµωρηθεῖ ἀπὸ τὶς Ἐρινύες.

Ὅσο γιὰ µένα συγκινοῦµαι παρατηρώντας πὼς ἡ συνείδηση τῆς δικαιοσύνης εἶχε τόσο πολὺ διαποτίσει τὴν ἑλληνικὴ ψυχή, ὥστε νὰ γίνει κανόνας τοῦ φυσικοῦ κόσµου. Καὶ ἕνας ἀπὸ τοὺς διδασκάλους µου, τῶν ἀρχῶν τοῦ περασµένου αἰώνα, γράφει: «… θὰ χαθοῦµε γιατί ἀδικήσαµε …».

Αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος ἦταν ἀγράµµατος. Εἶχε µάθει νὰ γράφει στὰ τριάντα πέντε χρόνια τῆς ἡλικίας του. Ἀλλὰ στὴν Ἑλλάδα τῶν ἡµερῶν µας, ἡ προφορικὴ παράδοση πηγαίνει µακριὰ στὰ περασµένα ὅσο καὶ ἡ γραπτή. Τὸ ἴδιο καὶ ἡ ποίηση.

Εἶναι γιὰ µένα σηµαντικὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ Σουηδία θέλησε νὰ τιµήσει καὶ τούτη τὴν ποίηση καὶ ὅλη τὴν ποίηση γενικά, ἀκόµη καὶ ὅταν ἀναβρύζει ἀνάµεσα σ’ἕνα λαὸ περιορισµένο.

Γιατί πιστεύω πὼς τοῦτος ὁ σύγχρονος κόσµος ὅπου ζοῦµε, ὁ τυρρανισµένος ἀπὸ τὸ φόβο καὶ τὴν ἀνησυχία, τὴ χρειάζεται τὴν ποίηση.

Ἡ ποίηση ἔχει τὶς ρίζες της στὴν ἀνθρώπινη ἀνάσα – καὶ τί θὰ γινόµασταν ἂν ἡ πνοή µας λιγόστευε;

Εἶναι µία πράξη ἐµπιστοσύνης – κι ἕνας Θεὸς τὸ ξέρει ἂν τὰ δεινά µας δὲν τὰ χρωστᾶµε στὴ στέρηση ἐµπιστοσύνης.

Παρατήρησαν, τὸν περασµένο χρόνο γύρω ἀπὸ τοῦτο τὸ τραπέζι, τὴν πολὺ µεγάλη διαφορὰ ἀνάµεσα στὶς ἀνακαλύψεις τῆς σύγχρονης ἐπιστήµης καὶ στὴ λογοτεχνία. παρατήρησαν πὼς ἀνάµεσα σ’ ἕνα ἀρχαῖο ἑλληνικὸ δράµα καὶ ἕνα σηµερινό, ἡ διαφορὰ εἶναι λίγη.

Ναί, ἡ συµπεριφορὰ τοῦ ἀνθρώπου δὲ µοιάζει νὰ ἔχει ἀλλάξει βασικά. Καὶ πρέπει νὰ προσθέσω πὼς νιώθει πάντα τὴν ἀνάγκη ν’ ἀκούσει τούτη τὴν ἀνθρώπινη φωνὴ ποὺ ὀνοµάζουµε ποίηση.

Αὐτὴ ἡ φωνὴ ποὺ κινδυνεύει νὰ σβήσει κάθε στιγµὴ ἀπὸ στέρηση ἀγάπης καὶ ὁλοένα ξαναγεννιέται. Κυνηγηµένη, ξέρει ποὺ νὰ ’βρει καταφύγιο, ἀπαρνηµένη, ἔχει τὸ ἔνστικτο νὰ πάει νὰ ριζώσει στοὺς πιὸ ἀπροσδόκητους τόπους.

Γι’ αὐτὴ δὲν ὑπάρχουν µεγάλα καὶ µικρὰ µέρη τοῦ κόσµου. Τὸ βασίλειό της εἶναι στὶς καρδιὲς ὅλων τῶν ἀνθρώπων τῆς γῆς.
Ἔχει τὴ χάρη ν’ ἀποφεύγει πάντα τὴ συνήθεια, αὐτὴ τὴ βιοµηχανία.

Χρωστῶ τὴν εὐγνωµοσύνη µου στὴ Σουηδικὴ Ἀκαδηµία ποὺ ἔνιωσε αὐτὰ τὰ πράγµατα, ποὺ ἔνιωσε πὼς οἱ γλῶσσες, οἱ λεγόµενες περιορισµένης χρήσης, δὲν πρέπει νὰ καταντοῦν φράχτες ὅπου πνίγεται ὁ παλµὸς τῆς ἀνθρώπινης καρδιᾶς, ποὺ ἔγινε ἕνας Ἄρειος Πάγος ἱκανός νὰ κρίνει µὲ ἀλήθεια ἐπίσηµη τὴν ἄδικη µοίρα τῆς ζωῆς, γιὰ νὰ θυµηθῶ τὸν Σέλλεϋ, τὸν ἐµπνευστή, καθώς µᾶς λένε, τοῦ Ἀλφρέδου Νοµπέλ, αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου ποὺ µπόρεσε νὰ ἐξαγοράσει τὴν ἀναπόφευκτη βία µὲ τὴ µεγαλοσύνη τῆς καρδιᾶς του.

Σ’ αὐτὸ τὸν κόσµο, ποὺ ὁλοένα στενεύει, ὁ καθένας µας χρειάζεται ὅλους τούς ἄλλους. Πρέπει ν’ ἀναζητήσουµε τὸν ἄνθρωπο, ὅπου καὶ νὰ βρίσκεται.

Ὅταν στὸ δρόµο τῆς Θήβας, ὁ Οἰδίπους συνάντησε τὴ Σφίγγα, κι αὐτὴ τοῦ ἔθεσε τὸ αἴνιγµά της, ἡ ἀπόκρισή του ἦταν: ὁ ἄνθρωπος.
Τούτη ἡ ἁπλὴ λέξη χάλασε τὸ τέρας.

Ἔχουµε πολλὰ τέρατα νὰ καταστρέψουµε.
Ἂς συλλογιστοῦµε τὴν ἀπόκριση τοῦ Οἰδίποδα.”

.

Categories: Εισαγόμενα | Σχολιάστε

Ποιός παραφράζει τον Ian Anderson;

.

Σε όλο το τραγούδι, εμμονικά, η ίδια θλιβερή αποδοχή της συμβατικά νοούμενης «ενηλικίωσης».

«Too old to rock and roll, too young to die».

Ή μήπως όχι;

Ο τελευταίος στίχος δραπετεύει, και η απλοϊκή του ηθική παρέμβαση «αποκαθιστά» το τσιτάτο με τον καθρέφτη του.

«Never too old to rock and roll, if too young to die».

Αν μουλιάσουμε όμως τα χέρια μας, σφυρίζοντας δήθεν αδιάφορα, μέσα στα σχετικά κλισέ, μπορεί και να δούμε, ή μπορεί να θελήσουμε να δούμε, τις πτυχώσεις των ακροδαχτύλων μας να σχηματίζουν κάτι σαν τη φράση «ο έρωτας είναι το αληθινό rock και o χωρισμός η πρόβα του θανάτου».
Λέμε τώρα.

Ε, από εκεί η παράφραση είναι ένας νευρώνας δρόμος.

Για αυτό σου λέω. Την επόμενη φορά που δεν θα αισθανθείς τίποτα, μην μασήσεις.

«Too old to fall in love, too young to try?»

Δε νομίζω dude.

.

Categories: Εγχώρια | Ετικέτες: | Σχολιάστε

Blog στο WordPress.com.