Εισαγόμενα

Η μαύρη τρύπα της 6ης Μάη: η ανάδυση του νεοφασιστικού ρεύματος στην Ελλάδα

.

Μόνο όταν καταλάβουμε ότι ο φασισμός είναι μια λαμπρή, συναρπαστική δράση για την ευρεία κοινωνική μάζα που έχει ήδη χάσει σήμερα την προηγούμενη σιγουριά της ασφάλειας και κατά συνέπεια και την πίστη στην τάξη, θα είμαστε σε θέση να τον πολεμήσουμε.

Κλάρα Τσέτκιν: Ο αγώνας ενάντια στο φασισμό

Η πολιτική εμφάνιση μια σκληρής φασιστικής δεξιάς με αναφορά στη ναζιστική ιδεολογία και καταγραμμένες αντιδημοκρατικές πρακτικές υπήρξε ένα από τα βασικά αποτελέσματα της εκλογικής αναμέτρησης της 6ης Μάη. Οι εκλογές αυτές ήταν οι πρώτες που έγιναν ύστερα από την επιβολή του Μνημονίων και των Δανειακών Συμβάσεων και τη μεγάλη ταξική και πολιτική σύγκρουση που ακολούθησε την προσπάθεια εφαρμογής τους στα επόμενα δυόμιση χρόνια, χρόνια πρωτοφανούς κοινωνικής βαρβαρότητας. Οι δύο εκλογικές διαδικασίες, τόσο αυτή της 6ης Μάη όσο και της 17ης Ιούνη, αποτύπωσαν ως ένα βαθμό τον κοινωνικό και πολιτικό συσχετισμό όπως διαμορφώθηκε στα δυόμισι αυτά χρόνια, έδειξαν την αποσύνθεση του μεταπολιτευτικού δικομματικού συστήματος και την κίνηση συγκεκριμένων κοινωνικών στρωμάτων πέρα από τις βασικές δυνάμεις του αστικού διπολισμού, ο οποίος με το εκλογικό αποτέλεσμα της 6ης Μάη γνώρισε ιστορικών διαστάσεων συντριβή. Το εκλογικό αποτέλεσμα της 6ης Μάη καταγράφει το οριστικό τέλος του πολιτικού συστήματος όπως το γνωρίσαμε τα τελευταία τριάντα χρόνια της μεταπολίτευσης. Η «αναστήλωση» της 17ης Ιουνίου με την ενίσχυση της Ν.Δ και τη δυνατότητα που έδωσε για σχηματισμό κυβέρνησης από τις μνημονιακές δυνάμεις με τη στήριξη της ΔΗΜ.ΑΡ δεν ακυρώνει αυτή την τάση αποσάθρωσης του αστικού δικομματισμού. Βασικό επίσης είναι η ισχυρή ανάδυση μιας καινούργιας ακροδεξιάς , στο όνομα της αντίθεσης στο Μνημόνιο από εθνική σκοπιά , αλλά και του μεταναστευτικού. Η ακροδεξιά αυτή περιλαμβάνει , εκτός από τους «Ανεξάρτητους Έλληνες» και το φασιστικό μόρφωμα της «Χρυσής Αυγής», που μέχρι τώρα ήταν πολιτικά περιθωριοποιημένο και λειτουργούσε ως παρακρατική συμμορία στο πλευρό των μηχανισμών καταστολής. Μια τέτοια ανάδειξη προϋποθέτει την κατανόηση του κοινωνικού και πολιτικού υποστρώματος στην οποία στηρίζεται, ποια δηλ κοινωνικά στρώματα , τάξεις και μερίδες τάξεων στρέφονται προς το ναζιστικό μόρφωμα και γιατί. Ακόμα θα πρέπει να γίνει κατανοητός ο πολιτικός ρόλος που καλείται να παίξει το μόρφωμα αυτό σε συνθήκες βαθιάς καπιταλιστικής κρίσης και κατάρρευσης του υπάρχοντος πολιτικού συστήματος. Επίσης είναι αναγκαία μια πολιτική και θεωρητική προσέγγιση των βασικών προγραμματικών του θέσεων , έτσι όπως αυτές έχουν διατυπωθεί στα επίσημα πολιτικά του κείμενα.

Τον φασισμό πρέπει να τον παίρνει κανείς σοβαρά ακόμα και όταν καταγράφεται ως μειοψηφικό ρεύμα στην κοινωνία, πόσο μάλλον που στην ελληνική του εκδοχή στην παρούσα συγκυρία εμφανίζεται μ’ ένα αξιοσημείωτο εκλογικό ποσοστό (6.97%, 6/05/2012) και με ένταση της πολιτικής του δραστηριότητάς μέσα στις λαϊκές τάξεις. Το ποσοστό αυτό παραμένει περίπου σταθερό σε συνθήκες ακραίας εκλογικής πόλωσης.(6,92%, 17/06/2012) Αυτό σημαίνει ότι το ναζιστικό ρεύμα έχει αναδειχθεί ως μια αυτόνομη πολιτική οντότητα μέσα στο απονομιμοποιημένο και καταρρέον σύστημα του μεταπολιτευτικού δικομματισμού. Πρόκειται για ένα πολιτικό καρκίνωμα που η αντιμετώπισή του μπορεί να είναι αποτελεσματική όταν αυτό βρίσκεται στα αρχικά στάδια της ανάπτυξής του.

Η ανάπτυξη του ναζιστικού ρεύματος και η διαδικασία του εκφασισμού της κοινωνίας έχει ως κατάληξη ένα σημείο μη επιστροφής, η στιγμή εκείνη όπου τα πράγματα είναι μη αναστρέψιμα και η πράξη κατάληψη της εξουσίας είναι μια τυπική πράξη. Δεν ισχυρίζομαι ότι τα πράγματα θα πάρουν την τροπή αυτή σίγουρα, όμως το βάθος και η χρονική διάρκεια της καπιταλιστικής κρίσης είναι τέτοια που θα απαιτηθούν διαφορετικά πολιτικά εργαλεία για τη διαχείρισή της απ’ αυτά με τα οποία αντιμετώπιζε το εργατικό κίνημα και τον κοινωνικό ριζοσπαστισμό ο κλασσικός αστικός κοινοβουλευτισμός. Θα απαιτηθεί βία και καταστολή σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό απ’ ό,τι σε προηγούμενες φάσεις των κοινωνικών αγώνων, βία και καταστολή που μπορεί να είναι και έξω από τα όρια της αστικής νομιμότητας. Ιστορικά ο φασισμός γεννήθηκε στην ιμπεριαλιστική φάση του καπιταλισμού ως ένα ρεύμα ακραίας πολιτικής αντίδρασης ενάντια στη δράση του εργατικού κινήματος αλλά και για την προώθηση συμφερόντων της αστικής τάξης σ΄ αυτό το στάδιο. Συμφερόντων που είχαν να κάνουν με τον ενδοϊμπεριαλιστικό ανταγωνισμό για το ξαναμοίρασμα των αποικιών ανάμεσα στις μεγάλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, ειδικά γι’ αυτές που βγήκαν ηττημένες από τον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο και το χτύπημα της Οκτωβριανής επανάστασης.

Αναλύοντας τον κοινωνικό χαρακτήρα του φασισμού στις «Θέσεις της Λυών» ο A.Gramsci σημειώνει:

«Ο φασισμός , ως κίνημα ένοπλης αντίδρασης που θέτει στον εαυτό του το καθήκον να θρυμματίσει και να αποδιοργανώσει την εργατική τάξη με σκοπό να την ακινητοποιήσει, ταίριαζε στα πλαίσια της πολιτικής της παραδοσιακής άρχουσας τάξης, καθώς και στον πόλεμο του καπιταλισμού εναντίον της εργατικής τάξης. Ως εκ τούτου ευνοήθηκε στη γέννησή του, την οργάνωσή του και την ανάπτυξή του απ’ όλες τις παλιές κυβερνώσες ομάδες ανεξαιρέτως… Κοινωνικά ωστόσο, ο φασισμός βρήκε τη βάση του στη μικροαστική τάξη των πόλεων και σε μια νέα αστική τάξη της υπαίθρου… Στο οικονομικό πεδίο ο φασισμός δρα ως όργανο της βιομηχανικής και αγροτικής ολιγαρχίας για να συγκεντρώσει τον έλεγχο πάνω σε ολόκληρο τον πλούτο της υπαίθρου στα χέρια του καπιταλισμού… Αυτό δεν μπορεί παρά να προκαλεί δυσαρέσκεια στη μικροαστική τάξη, που πίστευε ότι με την άφιξη του φασισμού η ώρα της εξουσίας της έχει σημάνει… Μια ολόκληρη σειρά μέτρων υιοθετούνται από το φασισμό για να ενθαρρυνθεί μια νέα βιομηχανική συγκέντρωση …Η συσσώρευση που αυτά τα μέτρα επιτυγχάνουν δεν συνίσταται σε μια αύξηση του εθνικού πλούτου αλλά στη λεηλάτηση μιας τάξης υπέρ μιας άλλης. Με άλλα λόγια στη λεηλάτηση της εργατικής τάξης και των μεσαίων τάξεων προς όφελος της πλουτοκρατίας… Όλη η ιδεολογική προπαγάνδα και η πολιτική και οικονομική δραστηριότητα του φασισμού έχει ως κορωνίδα την τάση προς τον «ιμπεριαλισμό».

Η ανάλυση αυτή αφορά μια συγκεκριμένη εθνική πραγματικότητα ,αυτή της Ιταλίας της δεύτερης δεκαετίας του εικοστού αιώνα μετά την άνοδο στην εξουσία του φασισμού, ωστόσο μπορεί κανείς σ’ αυτές να διακρίνει τα δομικά στοιχεία.

Έτσι αναδεικνύεται:

α. Ο τρομοκρατικός χαρακτήρας του που στοχεύει την εργατική τάξη και σ’ αυτό συναντιέται με την απαίτηση του ίδιου του καπιταλισμού για την ακινητοποίησή της , ειδικά σε συνθήκες κρίσης.

β. Ακριβώς γι’ αυτό ευνοείται και από τις παλιές πολιτικές ομάδες στη γέννησή του και στην ανάπτυξη του , δηλ. από τα παραδοσιακά αστικά κόμματα με τα οποία δεν υπάρχει ταυτότητα απόψεων σε άλλα θέματα.

γ. Η κοινωνική βάση του φασισμού μπορεί να είναι μικροαστική και μεσοαστική ή να επεκτείνεται σε εξαθλιωμένα και χωρίς ταξική συνείδηση στρώματα του προλεταριάτου ωστόσο η πολιτική του είναι πάντα πολιτική υπέρ του μεγάλου κεφαλαίου. Ο Gramsci αναδεικνύει εύστοχα αυτή την αντίφαση στο εσωτερικό του φασιστικού κινήματος. Την αντίφαση ανάμεσα στο χαρακτήρα της κοινωνικής του βάσης και στον ταξικό προσανατολισμό της πολιτικής του (πολιτική λεηλασίας της εργατικής τάξης και των μεσαίων τάξεων υπέρ της πλουτοκρατίας). Η μικροαστική ψευδαίσθηση της αντικαπιταλιστικής επανάστασης είναι κάτι που έχει πληρωθεί με αίμα στην πορεία του φασισμού προς την εξουσία. Από τη «νύχτα των μεγάλων μαχαιριών» του Χίτλερ (εξόντωση του Ε. Ρεμ και των Ταγμάτων Εφόδου) μέχρι τις εκκαθαρίσεις του πληβειακού στοιχείου από τον Μουσολίνι στο κόμμα του , ο φασισμός στην πορεία του προς την εξουσία ήταν υποχρεωμένος ν’ απαλλαγεί από το λαϊκό στοιχείο (μικροαστικό ή εργατικό) πάνω στο όποιο στηρίχτηκε στην αρχική του φάση και με τη δράση του οποίου αναδείχθηκε πολιτικά. Πεισμένο το κομμάτι αυτό από την κοινωνική δημαγωγία των φασιστικών κομμάτων, τις αντιπλουτοκρατικές διακηρύξεις τους ή την εναντίωσή τους στους τοκογλύφους (πράγματα που τα έχει πάρει στα σοβαρά) γίνεται ενοχλητικό ή επιβλαβές στον ίδιο του το χώρο, καθώς η ώρα της εξουσίας πλησιάζει. Η απαλλαγή αυτή μπορεί να γίνει ακόμα και με βίαιο τρόπο.

δ. Ο φασισμός είναι συνυφασμένος με τον πόλεμο και την ιμπεριαλιστική επέκταση.

Ο κίνδυνος του εκφασισμού σήμερα δεν είναι άμεσος αλλά είναι υπαρκτός. Η δυναμική της ανάπτυξης ακροδεξιών ρευμάτων και κομμάτων είναι πανευρωπαϊκό φαινόμενο και τη συναντάμε ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του ’90. Το 1994 οι νεοφασίστες του Φίνι συμμετέχουν στην κυβέρνηση Μπερλουσκόνι στην Ιταλία , το 2000 το κόμμα του Χάιντερ στην Αυστρία παίρνει ποσοστό 27%, το 2002 το κόμμα του Λεπέν παίρνει ποσοστό 16,9% , ενώ ακροδεξιά κόμματα αναδεικνύονται στη Φιλανδία , το Βέλγιο , την Ολλανδία. Η νέα άκρα δεξιά συγκροτείται και ανδρώνεται πολιτικά γύρω από το ζήτημα της μετανάστευσης και παράλληλα συνδέεται με την κρίση.

Στην ελληνική πραγματικότητα εξαιρέσουμε μικρές πολιτικές δυνάμεις από το χώρο της Αριστεράς και συγκεκριμένες συλλογικότητες το ζήτημα της ακροδεξιάς ήταν υποτιμημένο τόσο από το κυρίαρχο πολιτικό σύστημα όσο και από το σύνολο των δυνάμεων της κοινοβουλευτικής – καθεστωτικής Αριστεράς. Αν βέβαια μιλήσουμε για τα βασικά κόμματα της αστικής τάξης στην Ελλάδα (ΝΔ – ΠΑΣΟΚ) όχι μόνο δεν θεώρησαν ποτέ την ακροδεξιά κίνδυνο για τη δημοκρατία αλλά ήταν αυτά που μέσα σε συνθήκες βαθιάς οικονομικής κρίσης και επιβολής πολιτικών ακραίας κοινωνικής βαρβαρότητας της αναγνώρισαν πολιτικό ρόλο, την ανάδειξαν σε προνομιακό συνομιλητή τους , κάλυψαν και αποδέχτηκαν τις διάφορες επιθέσεις της εναντίον της Αριστεράς και των κοινωνικών κινημάτων και τέλος την ανέβασαν στην κυβερνητική εξουσία , συνεργαζόμενα μαζί της στην κυβέρνηση Παπαδήμου.

Την αντίληψη των αστικών χώρων για τη φυσιογνωμία και το ρόλο της σημερινής ακροδεξιάς εκφράζει με τον πιο ανάγλυφο τρόπο η δήλωση του Μ. Ανδρουλάκη:

« Η ένταξη της άλλοτε άκρας Δεξιάς στο δημοκρατικό και συνταγματικό τόξο … αποτελεί πρόοδο… Ο Καρατζαφέρης εξημέρωσε τις δυνάμεις της ακροδεξιάς. Τις έβαλε στο σύστημα, τις έκανε χρήσιμες. Για φανταστείτε να υπήρχε η ακραία άκρα Δεξιά , η φασιστική , εν μέσω κρίσης και να λέει ότι χρειάζεται ένας λοχίας να έρθει στα πράγματα ; Είναι μια πρόοδος.»

Και η πρόοδος που ονειρεύτηκε ο Μ. Ανδρουλάκης ήρθε… Η παρουσία του «εξημερωτή» Γ. Καρατζαφέρη όχι μόνο δεν απέτρεψε την κοινοβουλευτική εμφάνιση της φασιστικής άκρας δεξιάς , αλλά ήταν ο πολιτικός της προθάλαμος που διαμόρφωσε κατάλληλα το πολιτικό κλίμα ώστε να εμφανιστεί το φασιστικό έκτρωμα στην καθαρή του μορφή. Η αφελής όσο και επικίνδυνη πολιτικά άποψη ότι η ακροδεξιά έχει εξημερωθεί και μπορεί να λειτουργήσει εντός του δημοκρατικού και συνταγματικού τόξου της έδωσε τη δυνατότητα να λειτουργήσει με συγκεκριμένο ρόλο στο πολιτικό σύστημα και με τις παρεμβάσεις της να μετατοπίζει συνεχώς τον άξονα της πολιτικής ζωής σε όλο και πιο συντηρητική κατεύθυνση. Η υποτιθέμενη προσήλωση στη νομιμότητα και στο Σύνταγμα των ακροδεξιών και πολύ περισσότερο των φασιστικών κομμάτων είναι τυπική και υποκριτική. Στην ουσία πρόκειται για μια τακτική που απλώς παραπλανά τους πολιτικούς τους αντιπάλους για τις πραγματικές τους προθέσεις. Έτσι στην περίπτωση της Χρυσής Αυγής από τη μια δηλώνεται η αποδοχή της νομιμότητας , αλλά από την άλλη η κοινοβουλευτική της ανάδειξη μεγάλωσε και δεν μίκρυνε τη επιθετικότητα της απέναντι στους μετανάστες και την Αριστερά. Η παρουσία της στους κοινοβουλευτικούς θεσμούς έγινε ευκαιρία για να καλυφθούν πολιτικά περισσότερες και σκληρότερες επιθέσεις στα θύματά της. Αλλά και το ΛΑ.ΟΣ στην περίοδο της κοινοβουλευτικής του παρουσίας δεν έχασε ευκαιρία να πρωταγωνιστήσει σε ό,τι πιο ακραίο και αντιδημοκρατικό υπονόμευε τις δημοκρατικές ελευθερίες και τα κοινωνικά και πολιτικά δικαιώματα (πανεπιστημιακό άσυλο , κινητοποιήσεις της νεολαίας το Δεκέμβρη του 2008, ηθική και πολιτική κάλυψη της καταστολής των διαδηλώσεων, ζήτημα ιθαγένειας ).

Έτσι το ΛΑ.ΟΣ απέκτησε ρόλο στο αστικό πολιτικό σύστημα, ως βασικό στήριγμα των στρατηγικών επιλογών του ελληνικού αστισμού. Ψήφισε το πρώτο Μνημόνιο , στήριξε πολιτικά τις βασικές επιλογές των κυβερνήσεων του Μνημονίου , αποδέχτηκε και στήριξε όλες τις στρατηγικές επιλογές του ελληνικού κεφαλαίου ( ευρώ – Ευρωπαϊκή Ένωση ) και απολάμβανε σε καθημερινή σχεδόν βάση μια προνομιακή μεταχείριση, τηλεοπτική κυρίως , απ’ όλο σχεδόν το φάσμα των καθεστωτικών μέσων ενημέρωσης. Όλα αυτά δείχνουν ότι κάθε άλλο περιθωριακή δύναμη υπήρξε αυτά τα χρόνια και ότι είχε υποστηρικτό ρόλο στο υπάρχον πολιτικό σύστημα. Η πολιτική του κατάρρευση οφείλεται στην βαθιά ταύτιση με την πολιτική του Μνημονίου και την κοινωνική καταστροφή που έφερε , αλλά αυτή η κατάρρευση δεν σήμανε σε καμιά περίπτωση συνολική αποσάθρωση και του χώρου της ακροδεξιάς που εκπροσωπούσε κοινοβουλευτικά ο ΛΑ.Ο.Σ , αντίθετα σήμανε την εμφάνιση νέου , πιο επιθετικού και πιο αντιδραστικού μορφώματος , της «Χρυσής Αυγής».

Η ανάδειξη του ναζιστικού – δολοφονικού μορφώματος σε πολιτική δύναμη είναι φανερή απόδειξη της κατάρρευσης του μεταπολιτευτικού πολιτικού συστήματος και της προσπάθειας να χειραγωγηθεί ο κοινωνικός ριζοσπαστισμός μέσα από το κανάλι του εθνικισμού και των φασιστικών πρακτικών. Η αντιμνημονιακή ρητορική , οι θέσεις για εθνικοποίηση των τραπεζών, οι καταγγελίες των τοκογλύφων , των Μ.Μ.Ε συνθέτουν έναν ψευδή αντισυστημικό λόγο που συμβαδίζει με την αποδοχή του ευρώ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. O λόγος αυτός, τυπικό δείγμα της φασιστικής ιδεολογίας, έχει στόχο να παγιδεύσει λαϊκές συνειδήσεις σε μια απατηλή αντίθεση προς το υπάρχον πολιτικό σύστημα και σ’ ό,τι αυτό ταξικά εκφράζει. Κυρίως ν’ αποκόψει τη στροφή λαϊκών στρωμάτων προς τ’ αριστερά και το εργατικό κίνημα. Σε συνδυασμό με τη δαιμονοποίηση των μεταναστών, την αναβίωση του παραδοσιακού αντικομουνισμού και την υποστήριξη της απριλιανής και μεταξικής δικτατορίας, διαμορφώνει ένα λόγο μισαλλόδοξο και πολιτικά σκοταδιστικό. Από την άλλη συγκεκριμένες πολιτικές επιλογές του δείχνουν ότι επιδιώκει την εξυπηρέτηση των συμφερόντων του κεφαλαίου , παρά τις δημαγωγικές διακηρύξεις του για αντίθεση στην πλουτοκρατία και τη μεγάλη ιδιοκτησία. Τέτοιες μικροαστικές ψευδαισθήσεις μπορούν να συνυπάρχουν με επιλογές που ανοιχτά ευνοούν την πλουτοκρατία , Το μπλοκάρισμα π.χ από μέρους του της κοινοβουλευτικής επιτροπής για την Αγροτική Τράπεζα για την πώλησή του κερδοφόρου («καλού») κομματιού του στην Τράπεζα Πειραιώς δείχνει ότι , παρά τη δημαγωγία της ενάντια στους τοκογλύφους , η δράση της είναι προσανατολισμένη στα συμφέροντα της εγχώριας τοκογλυφίας.

Από την άλλη ως μορφή πολιτεύματος ανοιχτά προκρίνουν τη λύση της δικτατορίας , ενός κράτους που θα στηρίζεται στο εθνικισμό , τον οποίο εμφανίζουν ως τρίτη ιδεολογία , και τον ρατσισμό. Το Λαϊκό κράτος που θα εκπροσωπεί ανθρώπους με την ίδια βιολογική και πνευματική κληρονομιά , ένα φασιστικό στην ουσία κράτος που θα στηρίζεται στη βάση της εθνικής ομοιογένειας και θα αποκλείει καθετί το διαφορετικό ή θα αναγορεύει σε εχθρούς του έθνους τους πολιτικούς του αντιπάλους.

«Πιστεύω πως το μοναδικό κράτος που εξυπηρετεί με ορθότητα τον ιστορικό του ρόλο είναι το Λαϊκό κράτος, όπου την πολιτική εξουσία έχει ο Λαός, χωρίς κομματικούς προαγωγούς. Για τον Εθνικισμό ο Λαός είναι όχι μονάχα μια αριθμητική ενότητα ατόμων αλλά μια ποιοτική σύνθεση ανθρώπων με την ίδια βιολογική και πνευματική κληρονομιά, που αποτελεί την πηγή κάθε Δημιουργίας και εκφράζει την δύναμή του στο Λαϊκό κράτος.»

Και η παρακάτω προγραμματική διακήρυξη δεν αφήνει καμιά αμφιβολία για το ναζιστικό χαρακτήρα του Λαϊκού Κράτους , παρά την προσπάθεια των συντακτών της θέσης να τον συγκαλύψουν πίσω από αναφορές στην άμεση δημοκρατία της Αρχαίας Αθήνας:

«Το μόνο κράτος (ενν. το Λαϊκό Κράτος) που μπορεί να εκφράσει τον Λαό σαν οργανικό και πνευματικό ζωντανό σύνολο. Τα ψευδεπίγραφα των δεξιών και αριστερών πολιτικών αποτελούν κατευθυνόμενη πλάνη, γιατί δημοκρατία σημαίνει κράτος του δήμου δηλαδή του Λαού που αποτελείται από ανθρώπους κοινής καταγωγής (ορισμός του Πολίτη στην Κλασσική Αθήνα). Και το Λαϊκό κράτος του Εθνικισμού είναι η μόνη άμεση δημοκρατία. Η Πολιτεία όπου ο Λαός είναι η μόνη πραγματικότητα που δεν χρειάζεται εξουσία αλλά ηγεσία. Ο Λαός είναι ο πραγματικός άρχοντας, ηγεμονεύει τον εαυτό του μέσα απ’ τον Ηγέτη του.»

Οι συντάκτες αυτής της θέσης έχουν ακολουθήσει μια πονηρή – παρελκυστική τακτική όσον αφορά το ζήτημα της δημοκρατίας. Προσπαθώντας να απονομιμοποιήσουν τον κοινοβουλευτισμό , αναδεικνύουν τον ελλειπή δημοκρατικό χαρακτήρα του μέσα από την αναφορά στην άμεση δημοκρατία και το πολίτευμα της Αρχαίας Αθήνας . Όταν όμως ορίζουν το πολίτευμα του Λαϊκού Κράτους τότε κάνουν λόγο για «Λαό που είναι ο πραγματικός άρχοντας» και «ηγεμονεύει τον εαυτό του μέσα από τον ηγέτη του». Φυσικά ένα τέτοιο κράτος όχι μόνο άμεση δημοκρατία δεν είναι αλλά ο πιο αδιάλλακτος εχθρός κάθε έννοιας δημοκρατίας και πολιτικής ελευθερίας: η φασιστική δικτατορία.

Aνάμεσα σε δύο εκλογικές αναμετρήσεις αποδείχθηκε πόσο εκτός πραγματικότητας ήταν εκείνες οι απόψεις που θεωρούσαν ότι η επιρροή της Χ.Α ήταν μια συγκυριακή αντίδραση η οποία γρήγορα θα υποχωρούσε, όταν αυτοί που την ψήφισαν, θα μάθαιναν ποιος ήταν ο πραγματικός χαρακτήρας του κόμματος που επέλεξαν. Έτσι ούτε οι φωτογραφίες με τους ναζιστικούς χαιρετισμούς σε σχετικά πρόσφατο παρελθόν μπόρεσαν να πείσουν το κομμάτι του εκλογικού σώματος που την ψήφιζε ότι συνιστούσε μια ακραία αντιδημοκρατική επιλογή ούτε οι θετικές αναφορές στη δικτατορία από τον επικεφαλής της οργάνωσης σε προεκλογικές συγκεντρώσεις , ούτε το πρόσφατο εγκληματικό παρελθόν της οργάνωσης (π.χ υπόθεση Κουσουρή) φαίνεται να ενόχλησε κανέναν απ’ όσους την επέλεξαν και στις 17 Ιούνη. Η σταθερότητα του ποσοστού της στις δύο εκλογικές αναμετρήσεις και μάλιστα σε συνθήκες ακραίας εκλογικής πόλωσης της δεύτερης αναμέτρησης δείχνει ότι ένα συγκεκριμένο κομμάτι όχι μόνο συγκυριακά ή λανθασμένα δεν κινήθηκε προς αυτή , αλλά την επέλεξε ως συγκεκριμένη ιδεολογικοπολιτική θέση μέσα στις συνθήκες που έχουν διαμορφωθεί από την κρίση. Τα στρώματα αυτά δεν έκαναν κανένα λάθος, γιατί κατάλαβαν σε μεγάλο βαθμό τι ακριβώς επέλεγαν και γι’ αυτό και δεν υπήρχε καμιά περίπτωση ν’ ανταποκριθούν στην αφελή πολιτικά απαίτηση που ακούστηκε από διάφορες πλευρές και απ’ τ΄ αριστερά «να διορθώσουν την ψήφο τους» όσοι την ψήφισαν στις 6 Μάη. Στράφηκαν προς το νεοναζιστικό μόρφωμα στη βάση συγκεκριμένων πολιτικών προσδοκιών απ’ αυτό και γνωρίζοντας τον βίαιο και τρομοκρατικό χαρακτήρα του. Όσο κι αν αυτό σοκάρισε όσους νόμιζαν ότι με το φασισμό έχουμε ξεμπλέξει οριστικά, μια τέτοιου είδους επιλογή δεν ήταν καθόλου απίθανη για συγκεκριμένα κοινωνικά στρώματα μέσα σε συνθήκες βαθιάς καπιταλιστικής κρίσης και αποσύνθεσης του αστικού πολιτικού συστήματος. Η αντοχή της «Χρυσής Αυγής» σε συνθήκες ακραίας εκλογικής πόλωσης έδειξε ότι έχει διαμορφωθεί μια συνεκτική από ιδεολογικοπολιτική άποψη εκλογική βάση.

Το ακροδεξιό πολιτικό ρεύμα είναι μια πραγματικότητα στην Ελλάδα εδώ και μια δεκαετία , ο σκοταδιστικός πολιτικός του λόγος απολαμβάνει προνομιακής προβολής από το σύστημα των Μ.Μ.Ε και έχει νομιμοποιηθεί πλήρως ως στοιχείο του πλουραλισμού των ιδεών και της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Η ακροδεξιά είναι επίσης μια πολιτικά νομιμοποιημένη πραγματικότητα για ολόκληρη την Ευρώπη και κατά συνέπεια η διαμορφωμένη αυτή πραγματικότητα λειτούργησε ως πολιτικό θερμοκήπιο για να αναδειχθούν και πιο καθαρόαιμες δυνάμεις στην ίδια κατεύθυνση.

Απ’ την άλλη πλευρά το λεγόμενο αντιμνημονιακό μπλοκ έχει επίσης ως βασική ιδεολογική συνιστώσα της συγκρότησής του τον εθνικισμό και αυτό είναι σημαντικός παράγοντας που συντελεί ν’ αναπτυχθούν πολιτικές δυνάμεις που θα καρπωθούν πολιτικά αυτό το κλίμα. Ο εθνικισμός, με αφορμή συγκεκριμένες πλευρές των Μνημονίων και της Δανεικής Σύμβασης, αποχτά στις σημερινές συνθήκες μια ριζοσπαστική όψη και με τη ρητορική του προσπαθεί να ενσωματώσει συγκεκριμένα κοινωνικά στρώματα σε μια ψευδή αντίθεση προς το υπάρχον πολιτικό σύστημα και να αποκόψει όσο το δυνατόν τη στροφή τους προς την αριστερά. Ο βασικός στόχος είναι να διατηρηθεί η αστική ηγεμονία , τόσο εντός του αντιμνημονιακού μπλοκ όσο και κυρίως στην κοινωνία. Η προβολή επομένως του εθνικισμού ως ριζοσπαστικής ιδεολογίας είναι μια κρίσιμη ιδεολογική και πολιτική επιλογή που καλούνται να παίξουν τόσο δυνάμεις που αποδεσμεύτηκαν από τη Ν.Δ με αντιμνημονιακή λογική (Ανεξάρτητοι Έλληνες) όσο και το ναζιστικό μόρφωμα της Χρυσής Αυγής.

Άρα στη νέα συγκυρία μετά την 6η Μάη η «Χρυσή Αυγή» δεν είναι απλά μια περιθωριακή συμμορία που λειτουργεί συμπληρωματικά και βοηθητικά στη δράση των κατασταλτικών μηχανισμών του κράτους, όπως λειτούργησε τις προηγούμενες δεκαετίες της μεταπολίτευσης, αλλά μαζί με την τρομοκρατική δράση του διαδραματίζει πολιτικό και ιδεολογικό ρόλο. Είναι αρκετά κρίσιμο το ζήτημα ότι εμφανίζεται σε συγκεκριμένα στρώματα της κοινωνίας ως αντισυστημική δύναμη και συνδυάζει τον εθνικισμό με την καταγγελία του Μνημονίου. Πολύ περισσότερο πρέπει να γίνει κατανοητό ότι η κοινοβουλευτική ανάδειξη της «Χρυσή Αυγής» με το συγκεκριμένο ποσοστό που κέρδισε στις δύο συνεχόμενες εκλογικές αναμετρήσεις δεν είναι απλό προϊόν σχεδιασμού των αστικών επιτελείων , αλλά εκφράζει μια συγκεκριμένη κοινωνική και πολιτική δυναμική που έχει διαμορφωθεί σε αντιδραστική κατεύθυνση στις συνθήκες της κρίσης. Τα πολιτικά επιτελεία και συγκεκριμένες δυνάμεις από το πολιτικό σύστημα ήθελαν την εκλογική της ενίσχυση σε πολύ όμως μικρότερα ποσοστά , ώστε να είναι ελεγχόμενη και σε ρόλο μιας αναβαθμισμένης παρακρατικής συμμορίας στα όρια της εισόδου στο κοινοβούλιο. Δεν την ήθελαν σε ανταγωνιστικό πολιτικό ρόλο με τα υπόλοιπα αστικά κόμματα, ρόλο που της δίνει το σημερινό κοινοβουλευτικό της ποσοστό. Η συγκεκριμένη κοινοβουλευτική εκπροσώπηση του ναζιστικού μορφώματος δηλώνει την κατάρρευση του μεταπολιτευτικού πολιτικού συστήματος, ότι αυτό είναι πλέον οριστικό παρελθόν ήδη από την 6η Μάη και ότι η σημερινή διάταξη των πολιτικών δυνάμεων είναι εντελώς μεταβατική και προσωρινή. Μεταβατική με την έννοια ότι οι βασικές αστικές πολιτικές δυνάμεις είναι εξαιρετικά αδύναμες για να μπορούν να εγγυηθούν την κυριαρχία των συμφερόντων που εκφράζουν και προσωρινή με την έννοια ότι η πολιτική τους αποσύνθεση θα συνεχιστεί με τη συνέχιση και ένταση της μνημονιακής πολιτικής, στην οποία έχουν ενταχθεί οριστικά και αμετάκλητα.

Aπέναντι στη δράση της Χ.Α που εξελίσσεται συστηματικά στο παρασκήνιο εναντίον των μεταναστών αλλά και αριστερών αγωνιστών υπάρχει ανοχή από το αστικό πολιτικό σύστημα και σιωπή από τα καθεστωτικά Μ.Μ.Ε , σιωπή που στην ουσία σημαίνει συγκάλυψη των εγκληματικών ενεργειών της. Υπάρχει σήμερα μια προσπάθεια να «ξεπλυθεί» το νεοναζιστικό μόρφωμα από το εγκληματικό παρελθόν του και να συγκαλυφθεί το επίσης εγκληματικό παρόν του. Μετά την κοινοβουλευτική του εδραίωση έχει κλιμακώσει τις επιθέσεις.

Πίσω από τα πρωτόγνωρα για τα μεταπολιτευτικά δεδομένα γεγονότα υπάρχουν συγκεκριμένες πραγματικότητες που έχουν να κάνουν:

α. Με το γεγονός ότι η Χρυσή Αυγή έχει καταφέρει ν’ αποχτήσει κοινωνικό έρεισμα σε λαϊκές γειτονιές και περιοχές των μεγάλων πόλεων, στηριζόμενη από κοινωνική – ταξική άποψη σε εξαθλιωμένα από την κρίση μικροαστικά και εργατικά στρώματα. Γεωγραφικά στην περιφέρεια της Αττικής η ψήφος στο ναζιστικό μόρφωμα κατανέμεται ως εξής:

“Στη Β΄ Αθήνας, 6,38% (από 6,71%). Οι δήμοι/δημοτικές περιφέρειες της Β΄ Αθήνας, όπου η ΧΑ συγκεντρώνει τα μεγαλύτερα του μέσου όρου της ποσοστά (11,08% [από 11,20%] έως 7,42% [από 7,29%]) είναι: Ταύρος, Καματερό, Αγ. Ανάργυροι Αγ. Βαρβάρα, Αιγάλεω, Περιστέρι, Χαϊδάρι, Ίλιον, Καλλιθέα. Ενώ τα μικρότερα ποσοστά (2,28% [από 3,86%] έως 5,43% [από 5,98%]) καταγράφονται σε: Εκάλη, Κηφισιά, Νέα Ερυθραία, Αγ. Παρασκευή, Νέο Ψυχικό, Ψυχικό, Φιλοθέη, Βριλήσσια, Μαρούσι, Χολαργό, Νέα Σμύρνη, Παλαιό Φάληρο. Εξαίρεση εδώ αποτελεί η εκλογική περιφέρεια Παπάγου, όπου η ΧΑ πήρε 6,58% (από 7,09%). Στην Αττική 9,96% (από 9,70%) – σε όλους σχεδόν τους δήμους και τις δημοτικές κοινότητες στις εκλογές του Ιουνίου αύξησε τα ποσοστά της. Στην Α΄ Πειραιά 8,23% (από 8,88% τον Μάιο) και στην Β΄ Πειραιά 9,28% (από 9,49% τον Μάιο).”7

H διαφορά εκλογικής επιρροής ανάμεσα σε αστικές και λαϊκές περιοχές είναι εμφανής και ξεκάθαρη στο εκλογικό αποτέλεσμα της 17ης Ιούνη , με εξαίρεση την περιοχή του Παπάγου που κατοικείται από αρκετούς πρώην στρατιωτικούς, Τα μεγαλύτερα ποσοστά συγκεντρώνει στις λαϊκές συνοικίες, εκεί που η ανεργία και η κοινωνική εξαθλίωση έχει συντρίψει εργατικά και μικροαστικά στρώματα.

Κοινωνικά ακόμα στηρίχτηκε σε τμήματα της μικρής και μεσαίας αστικής τάξης, τα οποία μέσα στην κρίση επιδιώκουν ακόμα μεγαλύτερη εκμετάλλευση της εργασίας των μεταναστών και των ελαστικά εργαζόμενων.

Tη Χ.Α ψήφισαν στις εκλογές της 17 Ιούνη 2012 το 20, 3% των εργοδοτών / επιχειρηματιών, το 7.5% των αυτοαπασχολουμένων αγροτών – κτηνοτρόφων , ψαράδων , το 8,1% των ελεύθερων επαγγελματιών – επιστημόνων , το 9.1 % των βιοτεχνών – μικρών επαγγελματιών, το 4,7% των μισθωτών του Δημόσιου Τομέα , το 10,6% των μισθωτών του Ιδιωτικού Τομέα. Το 12,6% των μεσαίων στελεχών Ιδιωτικού Τομέα , το 11,5% των ειδικευμένων εργατών, το 24,5% των ανειδίκευτων εργατών /ελαστικά απασχολούμενων , τα 12,2% των ανέργων , το 11,5% των ανέργων που έχασαν τη δουλειά τους , το 3,6% των νοικοκυρών , το 1,7% των συνταξιούχων του Δημόσιου Τομέα , το 2,8% των συνταξιούχων του Ιδιωτικού Τομέα και το 3,6 των μαθητών /φοιτητών /στρατιωτών.

Η πολιτική στροφή αυτών των στρωμάτων προς τη Χρυσή Αυγή γίνεται στη βάση της προσδοκίας ότι αυτό με την τρομοκρατία του θα τους εξασφαλίσει ότι οι μετανάστες αλλά και οι Έλληνες ελαστικά εργαζόμενοι δεν θα «σηκώσουν κεφάλι» και θα αποδεχτούν τις άθλιες συνθήκες εργασίας τους ή και την μεγαλύτερη χειροτέρευσή τους. Δεύτερη σημαντική πηγή ενίσχυσής του είναι ο κατασταλτικός μηχανισμός του κράτους και ειδικότερα η αστυνομία για την οποία θεωρείται ότι ένα στα δύο μέλη του προσωπικού της είναι ψηφοφόροι του ναζιστικού μορφώματος. Άλλη κοινωνική δεξαμενή της πολιτικής της επιρροής είναι η παραδοσιακή μικροαστική τάξη των πόλεων και τα χαμηλότερα παραδοσιακά μικροαστικά στρώματα της επαρχίας. Τα στρώματα αυτά επιβιώνουν επίσης από την υπερεκμετάλλευση της εργασίας των μεταναστών , την οποία σε συνθήκες κρίσης, επιδιώκουν να διατηρήσουν ή και να μεγαλώσουν. Μεγάλο μέρος αυτών των στρωμάτων, εξαιτίας της μνημονιακής πολιτικής βρίσκονται στο χείλος της κοινωνικής καταστροφής και η εκκαθάριση των επαγγελματικών τους ανταγωνιστών, κυρίως μεταναστών – μικρεμπόρων των δρόμων αλλά και μεταναστών με μαγαζιά είναι γι αυτά κρίσιμο ζήτημα επαγγελματικής επιβίωσης. Η στροφή τέτοιων στρωμάτων προς τη Χ.Α γίνεται με βάση την προσδοκία ότι αυτή μπορεί να λειτουργήσει ως «προστάτης» τους , εκκαθαρίζοντας επαγγελματικούς ανταγωνιστές τους. Στρώματα που επίσης μέσα στην καθημερινότητά τους βιώνουν έντονη κοινωνική ανασφάλεια, εξαιτίας της υποβάθμισης της ποιότητας ζωής τους και της αύξησης της εγκληματικότητας. Επίσης εξαθλιωμένα εργατικά ή μισοεργατικά στρώματα που δεν είχαν ποτέ, έστω και πρωτόλεια ταξική συνείδηση ή υπήρχε και εξαλείφθηκε στην πορεία της ζωής τους . Επίσης τροφοδοτείται από κομμάτια νεολαίας τα οποία είναι χωρίς καμιά σταθερή εργασιακή και κοινωνική προοπτική και παράλληλα δεν είχαν ποτέ επαφή με κινηματικές διαδικασίες Ο κύριος κοινωνικός κορμός που στηρίζει εκλογικά και πολιτικά τη Χ.Α είναι μεσοαστικός και μικροαστικός και έχει να κάνει με την τροποποίηση της πολιτικής του συμπεριφοράς σε συνθήκες κρίσης. Στρώματα δηλ. που έχουν αποδεσμευτεί από το μεταπολιτευτικό πολιτικό σύστημα , κάνοντας την επιλογή του κοινωνικού δαρβινισμού.

β. Εκμεταλλεύτηκε από πολιτική άποψη την όξυνση της κρίσης του μεταναστευτικού προβλήματος σε συνθήκες βαθιάς οικονομικής κρίσης , καλλιεργώντας τον ρατσισμό και την ξενοφοβία. Η καλλιέργεια αυτή δεν ήταν μόνο μια ρητορική διακήρυξη όπως στην περίπτωση του ΛΑ.ΟΣ , αλλά εκφράζεται με έμπρακτες επιθετικές μορφές (δολοφονικές επιθέσεις , τραμπουκισμούς, απειλές κ.λ.π) εμφανιζόμενο έτσι ως εγγυητής της ασφάλειας σε ανασφαλή στρώματα. Ο ρατσιστικός και μισαλλόδοξος λόγος της νομιμοποιήθηκε πολιτικά μέσα σε μια ευνοϊκή για αυτή συγκυρία, μια και τα κόμματα του μνημονίου άνοιξαν το μεταναστευτικό με καθαρά ρατσιστική ατζέντα. Αυτό βέβαια αποσκοπούσε σε δικές τους στοχεύσεις αλλά το πολιτικό αποτέλεσμα το καρπώθηκε άνετα η Χρυσή Αυγή. Έτσι , καθώς στην προεκλογική περίοδο ΠΑ.ΣΟ.Κ και Ν.Δ προσπάθησαν ν’ αποφύγουν κάθε συζήτηση για το μνημόνιο και την οικονομία άνοιξαν το μεταναστευτικό με λογική και επιχειρηματολογία ανάλογη μ’ αυτής του ΛΑ.ΟΣ και της Χρυσής Αυγής. Από τις προτάσεις του Σαμαρά για ανακατάληψη των πόλεων μέχρι τις επιχειρήσεις υγειονομικής ηθικής του Α. Λοβέρδου και τα στρατόπεδα συγκέντρωσης του Χρυσοχοϊδη, το αξιακό και ιδεολογικό υπόβαθρο αυτών των επιλογών ήταν ο ρατσισμός και η ξενοφοβία. Ένας ρατσισμός που από τη μια συντηρητικοποιούσε συνειδήσεις, και αυτό ήταν πολιτική επιδίωξη των μνημονιακών κομμάτων, αλλά από την άλλη έφερνε στο προσκήνιο τoν μισαλλόδοξο λόγο της Χρυσής Αυγής.

γ. Ευνοήθηκε από την πολιτική και εκλογική καταβαράθρωση του μνημονιακού ΛΑ.Ο.Σ. Κέρδισε μεγάλο μέρος της βάσης του, της οποίας ο βαθύς συντηρητισμός βρήκε έκφραση στο ρατσιστικό και εθνικιστικό παραλήρημα του ναζιστικού μορφώματος. Το μνημονιακό ΛΑ.ΟΣ του Καρατζαφέρη , όσο κι αν συνετρίβη στις μυλόπετρες του δεύτερου Μνημονίου και της κυβέρνησης Παπαδήμου, άφησε πίσω του αρκετό ρατσιστικό δηλητήριο και πολιτικό σκοταδισμό , ειδικά στο χώρο των οπαδών και ψηφοφόρων του, έτσι ώστε η Χ.Α να βρει το πιο καλά στρωμένο έδαφος από ιδεολογική και πολιτική άποψη και κατάφερε να μεγαλώσει την εκλογική της επιρροή.

δ. Διαθέτει πολιτική επιρροή στον κατασταλτικό μηχανισμό του κράτους σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό απ’ ό,τι διέθετε στο παρελθόν.

ε. Διαθέτει κοινοβουλευτική και δημοτική παρουσία.

H ανάδειξη του σε πολιτική δύναμη δεν ήταν «κεραυνός εν αιθρία». Πέρα από το κενό που άφησε η πολιτική απαξίωση και εκλογική κατάρρευση του μνημονιακού ΛΑ.Ο.Σ που λειτούργησε πολύ ευνοϊκά για την εκλογική του ανάδειξη τα αίτια είναι βαθύτερα και ουσιαστικότερα. Η ανάδειξη της Χ.Α σε κοινοβουλευτική δύναμη γίνεται ακριβώς στο σημείο της μετατροπής της βαθιάς οικονομικής (καπιταλιστικής) κρίσης σε πολιτική. Στο σημείο δηλαδή εξέλιξης των πραγμάτων στο οποίο η κρίση , ως κοινωνικό και πολιτικό εργαστήρι, έχει:

α. Εξαθλιώσει μεγάλο μέρος μικροαστικών και εργατικών στρωμάτων και έχει δημιουργήσει ένα τεράστιο ποσοστό ανεργίας , που συνεχώς μεγαλώνει. H πολιτική της εσωτερικής υποτίμησης της εργασίας που εφάρμοσε η αστική τάξη στην Ελλάδα μετά το 2010, μέσω των μνημονίων και του «μηχανισμού στήριξης», ήταν μια ακραία ταξική στρατηγική που είχε ως αποτέλεσμα όχι μόνο την άμεση εξαθλίωση του συνόλου της εργατικής τάξης αλλά και την κοινωνική καταστροφή των μικροαστικών στρωμάτων. Εύστοχα έχει διατυπωθεί ότι «Η ταξική νίκη της αστικής τάξης στην Ελλάδα είχε σαν συνέπεια την αποσάθρωση οποιασδήποτε κοινωνικής βάσης και συναίνεσης είχε το αστικό πολιτικό σύστημα ακόμα και για τους παραδοσιακούς συμμάχους (π.χ. μικροαστικά στρώματα που διαπλέκονταν με το καπιταλιστικό κράτος…». Τα στρώματα αυτά , όπως έδειξε η κίνηση των πλατειών , άρχισαν ήδη από την εποχή της ψήφισης του μεσοπρόθεσμου να αποδεσμεύονται όχι μόνο από τα κόμματα του δικομματισμού αλλά συνολικά από το αστικό μεταπολιτευτικό σύστημα.

β. Δημιουργήσει τους όρους για την κατάρρευση του μεταπολιτευτικού πολιτικού συστήματος, την πλήρη αναίρεση του μεταπολιτευτικού κοινωνικού συμβολαίου και την αποστοίχιση εργατικών και λαϊκών στρωμάτων από τα παραδοσιακά κόμματα – φορείς του μεταπολιτευτικού δικομματισμού. Μέρος αυτών των στρωμάτων δεν θα στραφεί προς την νέα αριστερή σοσιαλδημοκρατία (ΣΥΡΙΖΑ – Ε.Κ.Μ) αλλά σε πιο δεξιές πολιτικές εκφράσεις που ηγεμονεύονται από τον εθνικισμό. Καθοριστικό ρόλο παίζει η αδυναμία του κινήματος των πλατειών να συγκροτηθεί σε πολιτικό χώρο. Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο της κατάρρευσης ο αντιδραστικός και συνάμα δημαγωγικός λόγος της Χ.Α άγγιξε τις πιο καθυστερημένες πολιτικά και κοινωνικά συνειδήσεις , εκείνες που ερμήνευσαν με τον πιο επιφανειακό και ανώδυνο τρόπο την κρίση του συστήματος και που αδυνατούσαν δουν τον δομικό και συστημικό χαρακτήρα της. Εκείνες τις συνειδήσεις που ερμήνευσαν τη σημερινή χρεοκοπία του ελληνικού κράτους ως αποτέλεσμα της ανήθικης και διεφθαρμένης συμπεριφοράς των πολιτικών του εκπροσώπων και μόνον. Χωρίς ν’ αρνείται κανείς αυτή την πλευρά των πραγμάτων , αν μείνει μόνο σ΄ αυτό δεν υπάρχει περίπτωση όχι μόνο ν’ αποδεσμευτεί από την κυρίαρχη λογική αλλά μπορεί να κατρακυλήσει σε αντιδραστικότερες θεωρήσεις της πραγματικότητας. Έτσι όσοι απλά πίστεψαν ότι για την κρίση φταίνε οι κλέφτες πολιτικοί και όχι ο ίδιος ο καπιταλισμός , το ευρώ και η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν ήταν και πολύ μακριά ν’ αποδεχτούν ως λογική την πρόταση «Χρυσή Αυγή , για να ξεβρομίσει ο τόπος».

Συνήθως ο φασισμός ως πολιτική πρακτική και η διαδικασία εκφασισμού της κοινωνίας κατανοείται ως μια διαδικασία κυριαρχίας της βίας και καθεστωτικής τρομοκρατίας. Το στοιχείο αυτό είναι βασικό στις πρακτικές του φασισμού, όμως κυρίαρχο είναι το πολιτικό και ιδεολογικό στοιχείο. Δεν έχουμε να κάνουμε επομένως μόνο με μια πρακτική καθεστωτικής τρομοκρατίας που είναι γυμνή από πολιτικές και ιδεολογικές θέσεις. Αντίθετα, στη φάση της ανάδυσης φασιστικών κινημάτων και εδραίωσής τους στην πολιτική ζωή , υπάρχουν βαθιοί και ουσιαστικοί μετασχηματισμοί στη λειτουργία του κράτους και στην οργάνωση της ιδεολογικής ηγεμονίας.

O φασισμός είναι πολιτικά διακριτός από άλλες μορφές αστικής αντίδρασης και δεν είναι απλά μια μορφή καθεστωτικής τρομοκρατίας απέναντι στο εργατικό κίνημα. Η διάκριση αυτή είναι καθοριστικής σημασίας για την κατανόηση της φυσιογνωμίας και του πολιτικού του ρόλου. Αυτό έχει γίνει κατανοητό ήδη από το μεσοπόλεμο με τις εύστοχες επισημάνσεις της Κλάρα Τσέτκιν για το ζήτημα:

«Υπήρχε και ήταν πλατιά διαδεδομένη η άποψη ότι ο φασισμός δεν ήταν παρά βίαιη αστική τρομοκρατία και ιστορικά τοποθετούνταν ως προς την ουσία και το ρόλο του στο ίδιο επίπεδο με τη Λευκή Τρομοκρατία του Χόρτι στην Ουγγαρία. Αλλά αν και οι αιματηρές τρομοκρατικές μέθοδοι του φασισμού και του καθεστώτος Χόρτι είναι παρόμοιες και στρέφονται με παρόμοιο τρόπο ενάντια στο προλεταριάτο , η ιστορική ουσία των δύο φαινομένων είναι πολύ διαφορετική. Η τρομοκρατία στην Ουγγαρία εγκαθιδρύεται μετά από έναν νικηφόρο αν και σύντομο αγώνα του προλεταριάτου. Η τρομοκρατία του Χόρτι ήρθε ως εκδίκηση ενάντια στην επανάσταση. Οι εκτελεστές αυτής της αντεκδίκησης ήταν μια αρκετά μικρή κλίκα φεουδαρχικών αξιωματικών. Ο φασισμός ,αντιθέτως, δεν είναι εκδίκηση της αστικής τάξης ως αντίποινα για την προλεταριακή επίθεση εναντίον της. Ιστορικά εξεταζόμενος αντικειμενικά , έρχεται ο φασισμός πολύ περισσότερο ως μια τιμωρία για το προλεταριάτο εξαιτίας της αποτυχίας του να ολοκληρώσει την επανάσταση που ξεκίνησε στη Ρωσία .Και οι φορείς του φασισμού δεν είναι μια μικρή προνομιούχα κάστα. Αλλά ευρεία κοινωνικά στρώματα , μεγάλες μάζες που φτάνουν ακόμη και στο προλεταριάτο.»

Αν και οι σκέψεις αυτές είναι διατυπωμένες σε μια άλλη ιστορική πραγματικότητα ο πυρήνας της λογικής τους είναι εξαιρετικά επίκαιρος καθώς βάζει και το θέμα της κοινωνικής βάσης στην οποία στηρίζεται ο φασισμός και των πολιτικών προϋποθέσεων που τον γεννούν και τον ανδρώνουν. Τα φασιστικά ρεύματα δεν δημιουργούνται μόνο μέσα από τις αντικειμενικές – οικονομικές προϋποθέσεις (οικονομική κρίση – εκτεταμένη κοινωνική εξαθλίωση μικροαστικών και εργατικών στρωμάτων) αλλά και μέσα από συγκεκριμένες πολιτικές προϋποθέσεις: είναι η αδυναμία του επαναστατικού υποκειμένου να δώσει τη λύση της επαναστατικής διεξόδου από την κρίση και ν’ αποτελέσει πόλο έλξης για ευρεία στρώματα που αποδεσμεύονται από το αστικό πολιτικό σύστημα και αντιμετωπίζουν το φάσμα της κοινωνικής εξαθλίωσης.

Τα στρώματα αυτά βρίσκονται συνήθως σε κατάσταση απόγνωσης και δεν μπορούν να δουν στη δράση του εργατικού κινήματος και του επαναστατικού υποκειμένου(αν αυτό πραγματικά υπάρχει) μια προοπτική ελπίδας είτε γιατί αυτή η δράση κινείται σε λάθος κατεύθυνση είτε γιατί είναι ανεπαρκής είτε γιατί υπάρχει απουσία πολιτικής μαζών.

Οι αδυναμίες και όχι η δύναμη του εργατικού κινήματος επιτρέπουν στον φασισμό ν’ αποχτήσει έρεισμα στις λαϊκές τάξεις και ν’ αποτελέσει πολιτική δύναμη κρούσης εναντίον του. O εκφασισμός της κοινωνίας προϋποθέτει μια «σειρά ήττες του εργατικής τάξης, ήττες που έρχονται διαδοχικά σε ένα μεγάλο χρονικό διάστημα και περνούν από διάφορες φάσεις και καμπές». Η ιστορική εμπειρία της ήττας του Σπάρτακου στη δημοκρατία της Βαϊμάρης το 1919 και το μη επαναστατικό τέλος της «κόκκινης διετίας 1919 -1920 των εργατικών συμβουλίων» στην Ιταλία αποδεικνύουν ότι η άνοδος του φασισμού έγινε, αφού πρώτα «είχαμε μια χαρακτηριστική αποτυχία της εργατικής τάξης να φτάσει τους πολιτικούς στόχους που επέβαλε μια κατάσταση ανοιχτής κρίσης και που ήταν πραγματοποιήσιμοι». Η έννοια της αποτυχίας δεν έχει μόνο να κάνει με την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας αλλά και με την αδυναμία της «να επιβάλει μέσα σε μια ανοιχτή κατάσταση κρίσης εφικτούς πολιτικούς στόχους και ενταγμένους σε μια μακροπρόθεσμη στρατηγική, που δεν φτάνουν ενδεχομένως μέχρι την κατάληψη της κρατικής εξουσίας.»

Είναι κρίσιμης σημασίας ζήτημα για την ελληνική πραγματικότητα να δούμε συγκεκριμένα η πολιτική παρέμβαση των δυνάμεων της Αριστεράς την περίοδο που άρχισε η αποδέσμευση ευρέων κοινωνικών στρωμάτων από τα κόμματα του αστικού διπολισμού εξαιτίας του κανιβαλισμού των μνημονιακών πολιτικών. Και στο κινηματικό αλλά κυρίως στο πολιτικό και ιδεολογικό επίπεδο , υπάρχει υστέρηση σ’ ό,τι αφορά την έκταση και την ένταση της επίθεσης που ενορχηστρώνεται από τον αντίπαλο. Οι μεγάλες γενικές απεργίες , παρά τη μεγάλη συμμετοχή κόσμου σ΄ αυτές παραμένουν κάτω από την πολιτική διεύθυνση της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας , δεν θέτουν γενικότερους πολιτικούς στόχους εναντίον αυτής της πολιτικής και αυτό έχει ως συνέπεια να μην μετεξελίσσονται σε γενική πολιτική απεργία όταν στιγμές του αγώνα απαιτούν κάτι τέτοιο. 28 – 29 Ιούνη 2011 , 19-20 Οκτωβρίου 2011 , 12 Φλεβάρη 2012. Έτσι παρά τη μεγάλη συμμετοχή κόσμου σ’ αυτές παραμένουν απλές 24 ώρες ή 48ωρες απεργίες , χωρίς την προοπτική κλιμάκωσης και μετεξέλιξης σε γενική πολιτική απεργία. Αυτό δίνει τη δυνατότητα στο μνημονιακό καθεστώς και στην αστική τάξη να προχωρούν τα μέτρα του νεοφιλελευθέρου κανιβαλισμού , άσχετα από το γεγονός ότι σ΄ αυτή την πορεία αποσαρθρώθηκαν τα παραδοσιακά κόμματα και μεγάλο μέρος του αστικού πολιτικού προσωπικού, που στήριζε και προωθούσε το πρόγραμμα της διαρθρωτικής προσαρμογής. Όσο κι αν η διάθεση των λαϊκών στρωμάτων ν’ αγωνιστούν ήταν μεγάλη , άφηνε ένα αίσθημα απογοήτευσης και απόγνωσης , καθώς κανένα άμεσο θετικό αποτέλεσμα ως προς την ανατροπή του κανιβαλικού προγράμματος της τρόικας και μνημονικών κυβερνήσεων δεν υπήρξε. Αυτό εκτός από την οργή μεγάλωσε και την απόγνωση στα λαϊκά στρώματα , που έβλεπαν να καταστρέφονται σε καθημερινή βάση όλο και περισσότερο , αλλά να μην έχουν αποτελεσματικούς τρόπους και ανάλογα εργαλεία για να ανακόψουν την καταστροφή και να βάλουν φραγμό στον μνημονιακό κανιβαλισμό.

Περίοδοι που ήταν χρονικά κοντά στις εκλογές , όπως η περίοδος από τη 12 Φλεβάρη μέχρι την πρώτη εκλογική αναμέτρηση 6/5 εξελίχθηκαν χωρίς κινηματικά γεγονότα , χωρίς καμιά παρέμβαση στο γενικότερο πολιτικό σκηνικό. Η ατζέντα καθορίστηκε από τις μνημονιακές δυνάμεις και έφερε σε πρώτο πλάνο το μεταναστευτικό , για ν’ αποφευχθεί η συζήτηση για το μνημόνιο , γεγονός που ευνόησε τη Χρυσή Αυγή.

Το κίνημα των πλατειών έκλεισε χωρίς αυτό να συγκροτηθεί πολιτικά αλλά και χωρίς να αποχτήσει κάποια γενικότερη συμπόρευση με το εργατικό κίνημα, παρά το θετικό κεκτημένο της γενικής απεργίας στις 15 Ιούνη 2011 και της επόμενης γενικής απεργίας ενάντια Μεσοπρόθεσμο 28- 29 Ιούνη 2011. Μια σειρά καθεστωτικοί μύθοι που έχουν άμεση σχέση με την επιβολή του Μνημονίου παρέμειναν ταμπού στα πλαίσια των συζητήσεων και της προβληματικής που ανέπτυξαν οι Λαϊκές Συνελεύσεις , όπως το θέμα του Ευρώ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης , αλλά και το ζήτημα του χρέους. Έτσι ουσιαστικά έκλεισε αυτό το κίνημα από τη μια ως αποτέλεσμα της ακραίας καταστολής που αναπτύχθηκε σε βάρος του και από την άλλη από αδυναμία να διαμορφώσει συγκεκριμένη πολιτική απάντηση στην επίθεση του μνημονιακού καθεστώτος. Ενώ οι κοινωνικοί αγώνες έφθειραν το αστικό πολιτικό σύστημα και το απονομιμοποίησαν μέχρι του σημείου κατάρρευσης, από την άλλη δεν διαμορφώθηκε μια συνολικότερη στρατηγική που θα μπορούσε ν΄ ανακόψει και πολύ περισσότερο ν’ ανατρέψει την κανιβαλική επίθεση του κεφαλαίου στην εργατική τάξη αλλά και τα μεσαία στρώματα. Η επίθεση συνεχίστηκε με εντατικό τρόπο κι αυτό μεγάλωσε την απόγνωση σε κομμάτια των λαϊκών στρωμάτων , ειδικότερα εκείνων που λειτουργούσαν εξατομικευμένα, δεν είχαν καμιά επαφή με κινηματικές διαδικασίες ή προηγούμενη εκλογική και πολιτική τους συμπεριφορά ήταν συντηρητική. Η αδυναμία του εργατικού κινήματος να περάσει σε μια επιθετική φάση ανατροπής των μνημονιακών πολιτικών και να διαμορφώσει μια συνολική στρατηγική ανατροπή της αστικής πολιτικής άφησε έδαφος στη δημαγωγία και τη δράση των ακροδεξιών και φασιστικών κομμάτων.

Η πολιτική όμως έκφραση των στρωμάτων που αποδεσμεύτηκαν από τον αστικό διπολισμό δεν παραμένει στο κενό: η αποδέσμευσή τους από τα κόμματα του Μνημονίου βάζει επιτακτικά το ζήτημα με το μέρος ποιάς πλευράς θα κερδηθούν: ή με το εργατικό κίνημα και τις πολιτικές του εκφράσεις ή εκ νέου από την αστική τάξη με νέα πολιτικά μορφώματα που εμφανίζονται ως αντισυστημικά με λόγο πολλές φορές αντικαπιταλιστικό συνδυασμένο με εθνικισμό και ρατσισμό , έτσι ώστε να αποκλείεται η δυνατότητα επαφής αυτών των στρωμάτων με το εργατικό κίνημα.

Η αντιπαράθεση με τα φασιστικά ρεύματα δεν μπορεί να είναι μόνο μια στρατιωτικού τύπου αντιπαράθεση που προκρίνει το στοιχείο της αυτοάμυνας και της απόκρουσης της φασιστικής βίας, όσο και αν αυτό είναι απόλυτα αναγκαίο. Είναι η αντιπαράθεση με τον εθνικισμό , τον μιλιταρισμό , τον ρατσισμό και όλο το αξιακό μείγμα που συνθέτει τη φασιστική ιδεολογία. Είναι επίσης συγκεκριμένες πολιτικές πρωτοβουλίες που ανακόπτουν την αύξηση της επιρροής των φασιστικών μορφωμάτων μέσα στην κοινωνία. Αυτά τα στοιχεία πρέπει ν’ αναγνωριστούν ως κρίσιμοι παράμετροι μιας πολιτικής που θ’ αντιμετωπίσει τη φασιστική απειλή.

Χάρη στην ιδιαιτερότητα της φασιστικής ιδεολογίας , τον μικροαστικό χαρακτήρα της αλλά και τη γενικευμένη ιδεολογική κρίση των αστικών κοινωνικών σχηματισμών που χαρακτηρίζει τη διαδικασία εκφασισμού της κοινωνίας ο φασισμός αποκτά την ικανότητα να διεισδύει στις μάζες (μικροαστικές και εργατικές) και να τις κινητοποιεί αντεπαναστατικά. Η φασιστική ιδεολογία είναι ένα μείγμα υστερικού και επιθετικού εθνικισμού , λατρείας του κράτους και της εξουσίας, μιλιταρισμού, συνδυασμένο με αντικαπιταλιστική δημαγωγία. Είναι μια ιδεολογία εξεγερμένων και εξαθλιωμένων μικροαστών που μέσα στην κρίση κινούνται σε μια συντηρητική κατεύθυνση επιδιώκοντας το «νόμο και την τάξη». Εξεγερμένων μικροαστών που έχουν θεωρήσει ως υπεύθυνο για την κρίση το εργατικό κίνημα Επιδιώκει τη δημιουργία ενός ισχυρού αυταρχικού κράτους που καθυποτάσσει τη δράση της εργατικής τάξης.

Είναι ανάγκη σήμερα από την πλευρά των δυνάμεων της Αριστεράς και του εργατικού κινήματος να χαραχθεί μια αντιφασιστική στρατηγική, στα πλαίσια της συνολικότερης αντιπαράθεσης με την πολιτική του κεφαλαίου και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ο φασισμός πρέπει ν΄ αναγνωρισθεί ως σοβαρός κίνδυνος για την εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα και να του αφαιρεθεί κάθε ζωτικός χώρος για την πολιτική του ανάπτυξη. Είναι ένας καθοριστικός κρίκος για τη συνέχιση της βάρβαρης πολιτικής του κεφαλαίου στην Ελλάδα σήμερα και ο βασικός του ρόλος είναι ν’ αποτρέψει την εξέλιξη της κρίσης σε επαναστατική κατεύθυνση. Δεν είναι αρνητής του Μνημονίου αλλά μεγάλος στυλοβάτης της βαρβαρότητάς του.

Η πολιτική και ιδεολογική απομόνωση της φασιστικoύ μορφώματος πρέπει να είναι απόλυτη όπως και η συνεχής ανάδειξη και η αποφασιστική καταδίκη του εγκληματικού του παρόντος και παρελθόντος.

Ένα σταθερό ιδεολογικό μέτωπο ενάντια στη λαϊκίστικη δημαγωγία της σχετικά με το Μνημόνιο και την κρίση αλλά και ενάντια στον εθνικισμό, τη φασιστική φυσιογνωμία του Λαϊκού Κράτους, τον ρατσισμό και τη μικροαστική αντικαπιταλιστική δημαγωγία που περιλαμβάνει το πρόγραμμά της.

Η απόκρουση των εγκληματικών της ενεργειών ενάντια στους μετανάστες και το κίνημα, με την οργάνωση αποτελεσματικών μορφών λαϊκής αυτοάμυνας. Είναι κρίσιμης σημασίας ζήτημα να μην μπορέσει να συνεχίσει την εγκληματική της δράση ούτε να μπορέσει να συγκροτήσει τις ιδιωτικές ομάδες ασφαλείας στις γειτονιές , που θ’ αποτελέσουν τα σύγχρονα τάγματα εφόδου , ενάντια στην Αριστερά , το κίνημα και τα συνδικάτα.

Την ανάπτυξη αντιφασιστικής δράσης σε τοπικό επίπεδο , ειδικά στις λαϊκές γειτονιές , μαζί με αντίστοιχη δράση ενάντια στο Μνημόνιο και την πολιτική της καπιταλιστικής λεηλασίας.

Απέναντί του μπορεί να αναπτυχθεί ένα Ενιαίο Μέτωπο Πάλης σε πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο που μπορεί να σχηματιστεί και με τις δυνάμεις της κοινοβουλευτικής και εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς από συλλογικότητες που παλεύουν ενάντια στο φασισμό και το ρατσισμό αλλά και από όσες συλλογικότητες του αντεξουσιαστικού χώρου αναγνωρίζουν την ανάγκη της ενιαίας και αποτελεσματικής δράσης ενάντια στο φασισμό σήμερα.

 

Αναδημοσίευση από Χρήστο Ρέππα

.

Advertisements
Categories: Επικαιρικά | Σχολιάστε

Ωδή στη Βαρβαρότητα

.

Οι χειρότεροι εχθροί του Αναρχισμού και της Αντι-εξουσίας δεν είναι η «μικρή οικογένεια» που κυβερνά και οι στενοί της φίλοι και ακόλουθοι – προστάτες και γλείφτες γύρω από τις καθεστωτικές επαύλεις.

Οι χειρότεροι εχθροί του Αναρχισμού είναι μέσα σε αυτόν και στην αδυναμία τους να τον κατανοήσουν και να τον εκφράσουν συμβάλλουν τα μέγιστα για τη συκοφάντηση της αναρχικής ιδεολογίας, την όλο και πιο ακραία φασιστικοποίηση της πολιτικής δράσης, την παράδοση της κοινωνίας στον ρατσισμό, στη σιωπή και τον φόβο, την ανανέωση του χρόνου βασιλείας της εξουσιαστικής τάξης.

Στην πραγματικότητα το να γράφεις πως η δολοφονία ενός πολίτη κατά τη διάρκεια της ληστείας τραπέζης στην Πάρο είναι το πιο «ευχάριστο γεγονός» του καλοκαιριού ή πως το λουτρό αίματος του εξεγερμένου λαού της Συρίας ενάντια στον τύραννο Άσαντ «ξεπλένεται» με ένα άλλο λουτρό αίματος από θεατές και αθλητές (και τηλεθεατές ίσως;) στην Ολυμπιάδα του «χορτασμένου» Κόσμου, τότε είσαι η πιο ξεκάθαρη και πειστικότερη επιβεβαίωση της εξουσιαστικής βαρβαρότητας και κυριαρχίας.

Ό,τι σιχαινόμουν πάντα μέσα σε έναν Εξουσιαστικό Κόσμο, το βρήκα στα γραφτά σας!

Ποτέ το ψευτοαναρχικό φασισταριό, ποτέ ο φαιοκόκκινος τυχοδιωκτισμός και χουλιγκανισμός, ποτέ μα ποτέ η περιφρόνηση και η απαξίωση της ανθρώπινης ζωής δεν βρήκε συνταξιδιώτες, συναγωνιστές και συντρόφους στον Αναρχισμό.

Ποτέ οι Αναρχικοί δεν είχαν επιλεκτικές ευαισθησίες, δύο μέτρα και δύο σταθμά μπροστά στη «χαριστική βολή» της Βίας που χαίρεται με το αίμα και το πτώμα του «άλλου», του διπλανού μας, ντόπιου ή μετανάστη…

Αντίπαλος η κοινωνία.

Άλλη μία φορά Άτυπες μα Τυπικές Μηδενιστικές Ψόφιες Βλακείες ενός ψόφιου βλακώδους λόγου σε αποσύνθεση ανέβηκαν μέσα σε ένα κείμενο στο διαδίκτυο αναλαμβάνοντας την ευθύνη για τον εμπρησμό εταιρείας.

Εδώ δεν μιλάμε για Αναρχισμό, αλλά για ωδή στη Βαρβαρότητα. Η συνείδηση αυτής της μηδενιστικής σας οργής, τυφλά, ωμά και με λύσσα για όλους (δεν είναι η πρώτη φορά), τοποθετεί την Κοινωνία στον Εχθρό (Κράτος και Εξουσία), την καταδικάζει ως «ίδια, συνυπεύθυνη και συνένοχη» και την «εκτελεί» μαζί του.

Πολύ σύντομα αυτή η «αναρχική επιχειρηματολογία» θα διαπιστώσει (αν βρει το ελάχιστο θάρρος να το κάνει) πως το «πνεύμα» και η δράση της συμμετείχε σε πρώτο ρόλο μαζί με λούμπεν γκρουπούσκουλα και ακροδεξιούς τραμπούκους στην αύξηση του πολιτικού φασισμού και της κοινωνικής βίας που (και) η ίδια αναπαράγει! Οι «φλόγες αντάρτικου» φωτίζουν μόνο τα αδιέξοδά του και όχι τις νύχτες των «προσκυνημένων»… Και στο Αδιέξοδο πάλι, σβήνουν!

Άλλη μια φορά δεν έχουμε να κάνουμε με Αναρχικό λόγο, αλλά με έναν πολιτικό μηδενισμό που γεννιέται στις «καλύτερες συνθήκες» (στη μήτρα τού γενικότερου κοινωνικού μηδενισμού που σαρώνει σήμερα τον ανθρώπινο πολιτισμό), υψώνοντας κι από τη μεριά του Τείχη από το ίδιο «Εγώ», που είναι η ταυτότητα κάθε εξουσιαστικής, καθεστωτικής και «ανώτερης» τάξης και ομάδας!

Έχετε χρόνια ξεκινήσει έναν «πόλεμο» μπροστά στα κομπιουτεράκια σας που μόνο εσείς τον βλέπετε και τον κάνετε μέσα στη φαντασιακή σας οθόνη, δεν βγάζει πουθενά παρά μόνο θα φθάσει τους φασίστες στο 20% και βάλε, με ό,τι συνέπειες έχει αυτό για μία κοινωνία που κοντά της ως «παρελθόν» είναι τα πέτρινα χρόνια και τα σημάδια από την Κατοχή, τον Εμφύλιο, τη Χούντα, τα ξερονήσια…

Το δόγμα των ναζί.

Μια κοινωνία που έχει σκόπιμα και μεθοδευμένα διασπαστεί ως σώμα και ενότητα από τους εξουσιαστές και το μόνο που έχουμε να κάνουμε είναι, αντί να τη βάζουμε στο ίδιο «τσουβάλι» με τους δυνάστες της, όπως κάνετε εσείς (ακολουθώντας πιστά τη φύση του ναζισμού, το δόγμα της «συλλογικής ευθύνης»), είναι να μείνουμε κοντά της στα δύσκολα, να της «ξυπνήσουμε» αισθήματα που έχει ξεχάσει ή δεν έχει γνωρίσει, την αντίσταση, τη φιλία και την αλληλεγγύη που «κοιμάται» κάτω από τον παρασιτισμό του ατομικισμού και την αρρώστια τού εθνοφασισμού που κανιβαλίζουν την ψυχή και έχουν κάνει αρένα την καθημερινότητα.

Στον «πόλεμο» αυτόν που κηρύξατε με μίσος σε όλους, μα όλους αδιάκριτα, καταπιεστές και καταπιεσμένους, άρχοντες και σκλάβους, εργάτες και «νοικοκυραίους», το μόνο που, ανάληψη την ανάληψη, σταδιακά καταφέρατε είναι ο Αναρχισμός να ξεπέσει από ελπίδα σε βρισιά και η κοινωνία να γεμίσει από εχθρικά αισθήματα για τους Αναρχικούς! Παντού λάθος κάνετε…

Η εξουσία είναι τόσο συμπαγής, συσπειρωμένη, ύπουλη και αποτελεσματική, που η παντοδυναμία της εισχωρεί παντού, ακόμα και μέσα στα δικά μας τα κεφάλια και γίνεται μισανθρωπισμός και ναζισμός.

«Στο μυαλό είναι ο στόχος, το νου σου ρε», έλεγε κάπου, κάποτε η Γώγου… Δεν υπάρχει και δεν θα υπάρξει πουθενά Αναρχικός αγωνιστής που εύχεται ποταμούς αίματος από αθλητές και θεατές και δεν θα υπάρξει ποτέ και πουθενά και για κανένα στόχο ή σκοπό ικανοποίηση, εγκωμιασμός ή χαρά από Αναρχικούς για το όποιο έγκλημα, την εκτέλεση ενός απλού πολίτη που έπεσε νεκρός στην Πάρο κατά τη διάρκεια ληστείας…

Αυτά είναι «ιδεώδη» μιας Αθλιότητας που υψώνουν κι άλλο τα Τείχη ενός ανελεύθερου Κόσμου που έχει κτισθεί με πρώτα υλικά τον Τρόμο και τον Φόβο μεταξύ όλων, τη «συμβίωση» και την ανοχή στην κτηνωδία και τον εκφασισμό.

Ο Αναρχισμός δεν σας «χρωστά» τίποτα, ούτε σας ζήτησε τις «τιμές» σας… Θα είναι απέναντί σας… Γιατί τον συκοφαντείτε και του κάνετε κακό με τους λεκέδες της υπογραφής σας, με το αλφάδι που το κλέψατε από την ιστορία του και δεν σας αξίζει. Γιατί κλέβετε το «μελάνι» του, που δεν είναι άλλο απ’ το αίμα του αγώνα του για μια ζωή χωρίς σκοτωμένους στα μέτωπα των χρημάτων, χωρίς τα χρήματα που σκλαβώνουν και σκοτώνουν…

Χάσουμε ή νικήσουμε, μόνοι μας ή με όλους τους άλλους, μία και μόνο μία η Αλήθεια μας μέχρι το Τέλος!.. Δεν θα γίνουμε ποτέ η ορχήστρα και η συνοδεία του Κτήνους!

(Όταν όλοι μπαίνουν στο ίδιο τσουβάλι με τους εξουσιαστές, αλήθεια, με ποιους θα γίνει ο αγώνας για λευτεριά και δικαιοσύνη; Θα μείνει κανένας τελικά δίπλα μας εκτός από «γεννημένους επαναστάτες» και «σωτήρες αντάρτες» από τον σούπερ ουρανό της γαμημένης σας πρωτοπορίας;)

 

Του Παναγιώτη Παπαδόπουλου

Αναδημοσίυεση από Το Ποντίκι

.

Categories: Θεωρητικά | Σχολιάστε

Κόλιν Γουώρντ : Ο Αναρχισμός ως μια θεωρία οργάνωσης

.

Σημείωση :
Αυτό το κείμενο δείχνει τις ομοιότητες μεταξύ του αναρχισμού και των αρχών των περίπλοκων συστημάτων που αποτελούνται από πολλές αλληλένδετες μονάδες. Ίσως, μόνο όταν αντικατασταθεί η μηχανιστική θεώρηση του κόσμου από μια κυβερνητική [1], ο αναρχισμός ως οργάνωση να αναγνωρισθεί τελικά και να γίνει αποδεκτός.

Ίσως σκεφτείτε, ότι με το να περιγράφω τον αναρχισμό σαν μια θεωρία οργάνωσης ηθελημένα να προτείνω ένα παράδοξο : «αναρχία» μπορεί να θεωρείται από εσάς το αντίθετο της οργάνωσης. ‘Όμως, στη πραγματικότητα η «αναρχία» σημαίνει απουσία κυβέρνησης, απουσία εξουσίας.

Μπορεί να υπάρξει κοινωνική οργάνωση δίχως εξουσία, δίχως κυβέρνηση; Οι αναρχικοί ισχυρίζονται πως μπορεί να υπάρξει και ισχυρίζονται επίσης ότι είναι επιθυμητό να υπάρξει. Ισχυρίζονται, ότι στη βάση των κοινωνικών μας προβλημάτων είναι η αρχή της κυβέρνησης. Είναι, άλλωστε, οι κυβερνήσεις που ετοιμάζονται για πόλεμο και εξαπολύουν τον πόλεμο, ακόμα και αν είστε υποχρεωμένοι να πολεμήσετε σε αυτόν και να τον πληρώσετε. Οι βόμβες για τις οποίες ανησυχείτε δεν είναι αυτές με τις οποίες οι καρτουνίστες σχεδιάζουν τους αναρχικούς, αλλά οι βόμβες που οι κυβερνήσεις τελειοποίησαν με δικά σας έξοδα. Είναι, τελικά, οι κυβερνήσεις που φτιάχνουν και επιβάλουν τους νόμους που δίνουν τη δυνατότητα στους «έχοντες» να έχουν τον έλεγχο των κοινωνικών πόρων παρά να τους μοιράζονται με τους «μη έχοντες». Είναι, τελικά, η αρχή της εξουσίας που διασφαλίζει ότι οι άνθρωποι θα δουλέψουν για κάποιον άλλο για το μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους, όχι γιατί το απολαμβάνουν η έχουν τον έλεγχο επάνω στη δουλειά τους, αλλά γιατί το βλέπουν ως το μόνο μέσο βιοπορισμού.

Είπα ότι είναι οι κυβερνήσεις που κάνουν πολέμους και ετοιμάζουν πολέμους, αλλά προφανώς δεν είναι από μόνες τους. Η δύναμη μιας κυβέρνησης, ακόμα και της ποιο απόλυτης δικτατορίας, εξαρτάται από τη σιωπηρή συγκατάθεση των κυβερνωμένων.

Γιατί οι άνθρωποι συναινούν στο να κυβερνώνται; Δεν είναι μόνο ο φόβος: τι μπορεί να έχουν να φοβηθούν εκατομμύρια ανθρώπων από μια μικρή ομάδα πολιτικών; Είναι γιατί ενστερνίζονται τις ίδιες αξίες με τους κυβερνήτες τους. Κυρίαρχοι και κυριαρχούμενοι πιστεύουν στις αρχές της εξουσίας, της ιεραρχίας, της δύναμης. Αυτά είναι τα χαρακτηριστικά της πολιτικής αρχής. Οι αναρχικοί, η οποίοι πάντα έκαναν τον διαχωρισμό μεταξύ τους κράτους και της κοινωνίας, εμμένουν στην κοινωνική αρχή, η οποία μπορεί να ιδωθεί όποτε οι άνθρωποι ενώνονται σε σχέσεις βασισμένες στην κοινή ανάγκη η το κοινό συμφέρον. «Το Κράτος» είπε ο Γερμανός αναρχικός Γκούσταβ Λαντάουερ, «δεν είναι κάτι που μπορεί να καταστραφεί από μια επανάσταση, αλλά είναι μια συνθήκη, μια συγκεκριμένη σχέση μεταξύ των ανθρώπινων όντων, ένας τρόπος ανθρώπινης συμπεριφοράς. Το καταστρέφουμε με το να συνάπτουμε άλλες σχέσεις, με το να συμπεριφερόμαστε διαφορετικά.»

Ο καθένας μπορεί να δει ότι υπάρχουν τουλάχιστον δύο είδη οργάνωσης. Υπάρχει το είδος που σας επιβάλουν, το είδος που προέρχεται από τα επάνω και υπάρχει το είδος το οποίο πηγάζει από τα κάτω, στο οποίο κανένας δεν μπορεί να σας επιβάλει να κάνετε οτιδήποτε και στο οποίο είστε ελεύθεροι να συμμετέχετε η να φύγετε από μόνοι σας. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι οι αναρχικοί είναι άνθρωποι που θέλουν να μεταμορφώσουν όλα τα είδη της ανθρώπινης οργάνωσης στο είδος της καθαρά εθελοντικής ένωσης όπου οι άνθρωποι μπορούν να τη διακόψουν και να ξεκινήσουν μια δικιά τους αν δεν τους αρέσει. Εγώ, κάποτε, κάνοντας μια επισκόπηση αυτού του επιπόλαιου αλλά χρήσιμου μικρού βιβλίου με τίτλο «Ο νόμος του Πάρκινσον», προσπάθησα να διατυπώσω τέσσερις αρχές μιας αναρχικής θεωρίας της οργάνωσης, ότι δηλαδή αυτή θα πρέπει να είναι :

(1) Εθελοντική.

(2) Λειτουργική.

(3) Προσωρινή.

(4) Μικρού μεγέθους.

Θα πρέπει να είναι εθελοντική για προφανείς λόγους. Δεν υπάρχει κανένα νόημα στη συνηγορία μας στην ατομική ελευθερία και υπευθυνότητα αν είναι να συνηγορούμε για θεσμούς στους οποίους η συμμετοχή είναι υποχρεωτική.

Θα πρέπει να είναι λειτουργική και προσωρινή ακριβώς γιατί η μονιμότητα είναι ένας από τους παράγοντες που σκληραίνουν τις αρτηρίες ενός οργανισμού, κάνοντας τον να ενδιαφέρεται για την επιβίωση του ιδίου, υπηρετώντας τα συμφέροντα των γραφειοκρατών παρά τη λειτουργία του.

Θα πρέπει να είναι μικρού μεγέθους ακριβώς γιατί σε μικρά γκρουπ «πρόσωπο με πρόσωπο», οι γραφειοκρατικές και οι ιεραρχικές τάσεις που είναι έμφυτες σε οργανισμούς θα έχουν τη μικρότερη πιθανότητα να αναπτυχθούν. Είναι όμως από το τελευταίο σημείο από το οποίο οι δυσκολίες πηγάζουν. Αν πάρουμε ως δεδομένο ότι ένα μικρό γκρουπ μπορεί να λειτουργήσει αναρχικά, είμαστε ακόμα αντιμέτωποι με το πρόβλημα όλων εκείνων των κοινωνικών λειτουργιών για τις οποίες είναι απαραίτητη η οργάνωση αλλά σε μια πολύ μεγαλύτερη κλίμακα. «Καλά», μπορεί να απαντήσουμε, όπως κάποιοι αναρχικοί έχουν κάνει, «αν μεγάλοι οργανισμοί είναι απαραίτητοι, μη μας υπολογίζετε. Θα τα καταφέρουμε και χωρίς αυτούς». Μπορούμε να το πούμε αυτό φυσικά, αλλά αν προπαγανδίζουμε τον αναρχισμό ως μια κοινωνική φιλοσοφία πρέπει να συνυπολογίζουμε και όχι να αποφεύγουμε τα κοινωνικά γεγονότα. Είναι καλύτερα για εμάς να πούμε «αφήστε μας να βρούμε τρόπους με τους οποίους μεγάλης κλίμακας λειτουργίες μπορούν να διασπαστούν σε λειτουργίες ικανές να οργανωθούν από μικρά λειτουργικά γκρουπ και τότε συνδέστε όλα αυτά τα γκρουπ με ομοσπονδιακό τρόπο.» Οι κλασικοί αναρχικοί στοχαστές, οραματιζόμενοι τη μελλοντική οργάνωση της κοινωνίας, σκέπτονταν με όρους δύο ειδών κοινωνικών θεσμών : Σαν μια γεωγραφική μονάδα, τη κομμούνα, μια Γαλλική λέξη που μπορείτε να τη θεωρήσετε ως ισοδύναμη της λέξης «κοινότητα» η της Ρωσικής λέξης «σοβιέτ» στη αυθεντική σημασία της, αλλά που έχει επίσης και τη χροιά των αρχαίων οργανωμένων χωριών για τη καλλιέργεια γης από κοινού. Και το συνδικάτο, μια άλλη Γαλλική λέξη από την ορολογία των σωματίων εμπορίου, η το συμβούλιο των εργατών σαν μονάδα βιομηχανικής οργάνωσης. Και τα δύο έχουν οραματισθεί σαν μικρές μονάδες που θα μπορούσαν να ομοσπονδοποιηθούν μεταξύ τους για τις μεγαλύτερες υποθέσεις της ζωής, διατηρώντας την αυτονομία τους, η μια ομοσπονδοποιούμενη γεωγραφικά και η άλλη βιομηχανικά.

Το πλησιέστερο πράγμα στην καθημερινή πολιτική εμπειρία, στην ομόσπονδη αρχή που προτάθηκε από τον Προυντόν και τον Κροπότκιν θα ήταν το Ελβετικό, παρά το Αμερικάνικο, πολιτικό σύστημα. Και χωρίς να θέλω να υμνήσω το Ελβετικό πολιτικό σύστημα, μπορούμε να δούμε ότι τα είκοσι δύο ανεξάρτητα καντόνια της Ελβετίας είναι μια επιτυχημένη ομοσπονδία. Είναι μια ομοσπονδία όμοιων μονάδων, μικρών πυρήνων, και τα σύνορα των καντονιών διασχίζουν ενδιάμεσα τα γλωσσολογικά και εθνικά όρια έτσι ώστε, σε αντίθεση με πολλές ανεπιτυχείς ομοσπονδίες, η συνομοσπονδία δεν κυριαρχείται από μια η κάποιες πολιτικές μονάδες. Γιατί το πρόβλημα της ομοσπονδίας, όπως το θέτει ο Λέοπολντ Κόρ στο «Η κατάρρευση των Κρατών», είναι πρόβλημα διαχωρισμού και όχι ενότητας.

Ο Herbert Luethy γράφει για το πολιτικό σύστημα της χώρας του :

«Κάθε Κυριακή, οι κάτοικοι πολυάριθμων κοινοτήτων, προσέρχονται στις κάλπες για εκλέξουν δημόσιους λειτουργούς, να επικυρώσουν κονδύλια, η να αποφασίσουν αν θα χτιστεί ένα σχολείο η ένας δρόμος. Αφού κανονίσουν τις δουλειές της κομμούνας, ασχολούνται με τις εκλογές στα καντόνια και ψηφίζουν για θέματα των καντονιών. Στο τέλος παίρνονται οι αποφάσεις που αφορούν την ομοσπονδία. Σε κάποια από τα καντόνια, οι κυρίαρχοι άνθρωποι ακόμα συναντιούνται σε στυλ Ρουσσώ, για να συζητήσουν θέματα κοινού ενδιαφέροντος. Αυτή η μορφή συγκέντρωσης μπορεί να ειδωθεί σαν μια σεβαστή παράδοση με μια κάποια τουριστική αξία. Αν είναι έτσι αξίζει να δει κανείς τα αποτελέσματα της τοπικής δημοκρατίας. Το πιο απλό παράδειγμα είναι το Ελβετικό σιδηροδρομικό δίκτυο, το οποίο είναι το πιο πυκνό στο κόσμο. Με μεγάλο κόστος και προβλήματα, έχει φτιαχτεί για εξυπηρετεί τις ανάγκες των πλέον μικρών κοινοτήτων και των πιο απομακρυσμένων κοιλάδων, όχι σαν μια πρόταση κέρδους αλλά γιατί έτσι ήθελε ο λαός. Είναι το αποτέλεσμα μανιασμένων πολιτικών αγώνων. Τον δέκατο ένατο αιώνα, το «δημοκρατικό σιδηροδρομικό κίνημα» έφερε τις μικρές Ελβετικές κοινότητες σε σύγκρουση με τις μεγάλες πόλεις οι οποίες είχαν συγκεντρωτικά σχέδια…

Και αν συγκρίνουμε το Ελβετικό δίκτυο με το Γαλλικό το οποίο, με αξιέπαινη γεωμετρική κανονικότητα, είναι εξ ολοκλήρου επικεντρωμένο στο Παρίσι ώστε η ευημερία ή η παρακμή μια περιοχής, η ζωή ή ο θάνατος ολόκληρων περιοχών να έχει εξαρτηθεί από τη ποιότητα της σύνδεσης με τη πρωτεύουσα, βλέπουμε τη διαφορά μεταξύ του συγκεντρωτικού κράτους και της ομόσπονδης συμμαχίας. Ο σιδηροδρομικός χάρτης είναι ο ευκολότερος να διαβάσει κανείς με μια ματιά, αλλά ας υπερθέσουμε επάνω του μια άλλη οικονομικά δραστηριότητα καθώς και τη μετακίνηση πληθυσμών. Η διανομή της βιομηχανικής δραστηριότητας σε όλη την Ελβετία, ακόμα και στις απομακρυσμένες περιοχές μαρτυρεί για την δύναμη και τη σταθερότητα της κοινωνικής δομής της χώρας και απέτρεψε όλες τις φρικτές συγκεντρώσεις της βιομηχανίας, με τα γκέτο και το ξεριζωμένο προλεταριάτο.»

Τα παραθέτω όλα αυτά, όπως είπα, όχι για να υμνήσω την Ελβετική δημοκρατία, αλλά για να υποδείξω ότι η ομοσπονδιακή αρχή η οποία βρίσκεται στη καρδία της αναρχικής κοινωνικής θεωρίας, είναι άξια περισσότερης προσοχής από ότι της έχει δοθεί στα συγγράμματα της πολικής επιστήμης. Ακόμα και στο πλαίσιο των συνήθων πολιτικών θεσμών η υιοθέτηση της έχει εκτεταμένα αποτελέσματα. Μια άλλη αναρχική θεωρία οργάνωσης είναι αυτό που θα αποκαλούσαμε «αυθόρμητη τάξη»: Δεδομένης μιας κοινής ανάγκης, μιας συλλογικότητα ανθρώπων, μέσω της δοκιμής και του λάθους, με αυτοσχεδιασμό και πειραματισμό, θα εξελίξει τη τάξη από το χάος. Μια τάξη πιο συνεχή και πιο στενά συνδεδεμένη στις ανάγκες τους από οποιοδήποτε άλλο είδος εξωτερικά επιβεβλημένης τάξης. Ο Κροπότκιν παρήγαγε αυτή τη θεωρία από τις παρατηρήσεις του πάνω στην ιστορία της ανθρώπινης κοινωνίας και της κοινωνικής βιολογίας που οδήγησαν στο βιβλίο του «Αλληλοβοήθεια» και έχει παρατηρηθεί στις ποιο επαναστατικές καταστάσεις, σε όλους τους ad hoc οργανισμούς που ξεφυτρώνουν μετά από φυσικές καταστροφές, η σε οποιαδήποτε δραστηριότητα όταν δεν υπάρχουν οργανωτικές φόρμες η ιεραρχική εξουσία. Το όνομα που έχει δοθεί σε αυτή την έννοια είναι «Κοινωνικός Έλεγχος» στο ομότιτλο βιβλίο του Έντουαρντ Άλσγουωρθ Ρος, ο οποίος παρέθεσε στιγμές από «συνοριακές» κοινωνίες όπου, μέσω ανοργάνωτων η άτυπων μέτρων, η τάξη διατηρείται χωρίς να ωφελείται η θεσμοποιημένη εξουσία. «Η συμπάθεια, η κοινωνικότητα, η αίσθηση δικαιοσύνης και η δυσαρέσκεια, είναι αρμόδιες, κάτω από ευνοϊκές συνθήκες, να επεξεργαστούν για τον εαυτό τους μια αληθινή, φυσική τάξη, δηλαδή μια τάξη δίχως σχεδιασμό η τέχνη.»

´Ενα ενδιαφέρον παράδειγμα άσκηση αυτής της θεωρίας ήταν το Πρωτοπόρο Κέντρο Υγείας στο Peckham του Λονδίνου, που ξεκίνησε στη δεκαετία πρίν τον πόλεμο από μία ομάδα γιατρών και βιολόγων που ήθελαν να μελετήσουν τη φύση της υγείας και την υγιή συμπεριφορά αντί για τη μελέτη της άρρωστης-υγείας όπως οι υπόλοιποι του επαγγέλματος τους. Αποφάσισαν ότι ο τρόπος για να το κάνουν αυτό ήταν να ξεκινήσουν μία κοινωνική λέσχη τα μέλη της οποίας συμμετείχαν ως οικογένειες και μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν διάφορες εγκαταστάσεις μεταξύ των οποίων η πισίνα, το θέατρο, τον παιδικό σταθμό και την καφετέρια, με αντάλλαγμα για την εγγραφή των μελών της οικογένειας και τη συμφωνία τους για περιοδικές ιατρικές εξετάσεις. Δινόταν συμβουλές και όχι θεραπευτική αγωγή. Με σκοπό να είναι ικανοί να αντλήσουν έγκυρα συμπεράσματα οι βιολόγοι του Peckman σκέφτηκαν ότι ήταν αναγκαίο να μπορούν να παρατηρούν τα ανθρώπινα όντα που ήταν ελεύθερα – ελεύθερα να δράσουν όπως επιθυμούσαν και να εκφράζουν τις επιθυμίες τους. Έτσι δεν υπήρχαν ούτε κανόνες ούτε αρχηγοί. “Ήμουν το μοναδικό πρόσωπο με εξουσία” έλεγε ο Δρ Scott Williamson, ο ιδρυτής, “και τη χρησιμοποιούσα για να σταματήσω κάποιον ο οποίος χρησιμοποιούσε οποιαδήποτε εξουσία.”
Για τους πρώτους οχτώ μήνες υπήρχε χάος. “Με τα πρώτα μέλη των οικογενειών”, λέει ένας παρατηρητής, “κατέφθασε μία ορδή από απείθαρχα παιδιά που χρησιμοποιούσαν ολόκληρο το κτίριο όπως θα είχαν, πιθανά, χρησιμοποιήσει έναν τεράστιο δρόμο του Λονδίνου. Ουρλιάζοντας και τρέχοντας σαν χούλιγκανς μέσα σε όλα τα δωμάτια, σπάζοντας εξοπλισμό και έπιπλα”, έκαναν τη ζωή ανυπόφορη για όλους. Ο Scott Williamson ωστόσο, “επέμενε ότι η ηρεμία θα αποκαθίστατο μόνο από την αντίδραση των παιδιών στην ποικιλία των ερεθισμάτων που τοποθετήθηκαν στο δρόμο τους” και “σε λιγότερο από ένα χρόνο το χάος μειώθηκε σε μία τάξη όπου οι ομάδες των παιδιών καθημερινά μπορούσαν να βρεθούν να κολυμπάνε, να πατινάρουν, να κάνουν ποδήλατο, να χρησιμοποιούν το γυμναστήριο ή να παίζουν κάποιο παιχνίδι, περιστασιακά να διαβάζουν κάποιο βιβλίο στη βιβλιοθήκη… το τρέξιμο και η κραυγή ήταν πράγματα του παρελθόντος.”

Περισσότερο δραματικά παραδείγματα του ίδιου φαινόμενου αναφέρονται από εκείνους τους ανθρώπους που ήταν αρκετά γενναίοι, ή σίγουροι να θεσμίσουν αυτοκυβερνώμενες μη-πειθαρχικές κοινότητες παραβατικών ή απροσάρμοστων παιδιών : Οι August Aichorn και Homer Lane είναι τέτοια παραδείγματα. Ο Aichorn διεύθυνε αυτό το διάσημο ινστιτούτο στη Βιέννη, που περιέγραψε στο βιβλίο του Wayward Youth. Ο Homer Lane ήταν ο άνθρωπος που, μετά από τα πειράματα στην Αμερική ξεκίνησε στη Βρετανία μία κοινότητα από νέους παραβάτες, αγόρια και κορίτσια, που την αποκαλούσε Μικρή Κοινοπολιτεία. Ο Lane συνήθιζε να διακηρύσσει ότι : “Η ελευθερία δεν μπορεί να δοθεί. Παίρνεται από το παιδί μέσα στην ανακάλυψη και την εφεύρεση”. Πιστός σε αυτή την αρχή, σημειώνει ο Howard Jonew, “αρνήθηκε να επιβάλει πάνω στα παιδιά ένα σύστημα διακυβέρνησης που αντέγραφε τους θεσμούς του κόσμου των ενήλικων. Η δομή αυτοκυβέρνησης της Μικρής Κοινοπολιτείας αναπτύχθηκε από τα ίδια τα παιδιά, σιγά και με πόνο για να ικανοποιήσει τις δικές τους ανάγκες.”

Οι αναρχικοί πιστεύουν στις ομάδες χωρίς ηγέτες, και εάν αυτή η φράση είναι οικεία σε εσάς είναι λόγω του παράδοξου που ήταν γνωστό στην τεχνική της ομάδας χωρίς ηγέτες που υιοθετήθηκε στο Βρετανικό και Αμερικανικό στρατό κατά τη διάρκεια του πολέμου – ως μέσο επιλογής των ηγετών. Οι στρατιωτικοί ψυχίατροι έμαθαν ότι τα γνωρίσματα του ηγέτη ή του ακόλουθου δεν εκτίθενται σε απομόνωση. Όπως έγραψε κάποιος από αυτούς, “ανάλογα με τη συγκεκριμένη κοινωνική κατάσταση –η ηγεσία ποικίλει από κατάσταση σε κατάσταση και από ομάδα σε ομάδα.” Ή όπως το είχε θέσει ο Mihael Bakunin εκατό χρόνια πριν : “Παίρνω- δίνω, έτσι είναι η ανθρώπινη ζωή. Καθένας κατευθύνει και κατευθύνεται με τη σειρά του. Επομένως δεν υπάρχει σταθερή και συνεχής εξουσία, αλλά μία διαρκής ανταλλαγή αμοιβαίας, προσωρινής και πάνω από όλα, εθελοντικής εξουσίας και υποταγής.”

Το σημείο αυτό για την ηγεσία τέθηκε καλά στο βιβλίο του John Comerford, Health the Unknown, για το πείραμα του Peckham :

“Συνηθισμένος όπως είναι σε αυτή την ηλικία στην τεχνική ηγεσία… είναι δύσκολο να συνειδητοποιήσει την αλήθεια πως οι ηγέτες δεν χρειάζονται εκπαίδευση ή καθορισμό, αλλά αναδύονται αυθόρμητα όταν το απαιτούν οι συνθήκες. Μελετώντας τα μέλη στο ελεύθερο για όλου Κέντρο του Peckham, οι παρατηρητές επιστήμονες είδαν ξανά πως ένα μέλος ενστικτωδώς έγινε, και αναγνωρίσθηκε ενστικτωδώς αλλά όχι επίσημα, ηγέτης για να συναντηθεί με τις ανάγκες τις συγκεκριμένης στιγμής. Τέτοιοι ηγέτες εμφανίζονται και εξαφανίζονται όπως απαιτούσε η ροή του Κέντρου. Επειδή δεν ήταν συνειδητά καθορισμένοι, ούτε (όταν είχαν ικανοποιήσει το σκοπό τους) ανατρεπόταν συνειδητά. Ούτε εκδηλωνόταν οποιαδήποτε ευγνωμοσύνη από τα μέλη στον ηγέτη είτε στο χρόνο των υπηρεσιών του ή μετά την παράδοση τους. Αυτοί ακολουθούσαν την καθοδήγηση τους όσο αυτή ήταν χρήσιμη και την ήθελαν. Σκόρπιζαν μακριά του χωρίς συγγνώμη όταν κάποια ευρύτερη εμπειρία τους έκανε νόημα σε μία ποιο φρέσκια περιπέτεια, που με τη σειρά της θα ξερνούσε τον αυθόρμητο ηγέτη της, ή όταν η αυτοπεποίθηση ήταν τέτοια που κάθε μορφή εξαναγκαστικής ηγεσίας θα ήταν περιορισμός για αυτούς. Μία κοινωνία, επομένως, εάν αφεθεί στις κατάλληλες συνθήκες να εκφράσει τον εαυτό της αυθόρμητα δοκιμάζει τη σωτηρία της και πετυχαίνει την αρμονία της δράσης της που η επιβεβλημένη ηγεσία δεν μπορεί να τη συναγωνιστεί.”

Μην ξεγελιέστε από το γλυκό εύλογο όλων αυτών. Αυτή η αναρχική έννοια της ηγεσίας είναι αρκετά επαναστατική στις συνέπειες της όπως μπορείς να δεις εάν κοιτάξεις γύρω σου, βλέπεις παντού σε λειτουργία την αντίθετη έννοια : της ιεραρχικής, εξουσιαστικής, προνομιούχας και μόνιμης ηγεσίας. Υπάρχουν ελάχιστες συγκριτικές έρευνες διαθέσιμες για τις επιδράσεις των δύο αντίθετων προσεγγίσεων στην οργάνωση της εργασίας. Δύο από αυτές θα τις αναφέρω αργότερα· μία άλλη, σχετική με την οργάνωση των αρχιτεκτονικών γραφείων παράχθηκε το 1962 για το ινστιτούτο των Βρετανών Αρχιτεκτόνων κάτω από τον τίτλο The Architect and His Office. Η ομάδα που ετοίμασε αυτή την αναφορά θεμελίωσε δύο διαφορετικές προσεγγίσεις στη διαδικασία σχεδιασμού, που οδήγησε στην ανάδειξη διαφορετικών τρόπων εργασίας και μεθόδων οργάνωσης. Η μία κατηγοριοποιήθηκε ως κεντροποιημένη, και χαρακτηριζόταν από αυτοκρατορικές μορφές ελέγχου, και την άλλη την αποκάλεσαν διάχυτη, που παρείχε αυτό που αποκαλούσαν “μία άτυπη ατμόσφαιρα ελεύθερης ροής ιδεών.” Αυτό είναι ένα πολύ ζωντανό θέμα ανάμεσα στους αρχιτέκτονες. Ο κύριος W.D Pile, με επίσημη ιδιότητα βοήθησε στην εγγύηση της κύριας επιτυχίας της μεταπολεμικής βρετανικής αρχιτεκτονικής, το πρόγραμμα κατασκευής σχολείων, καθορίζει ανάμεσα στα πράγματα που κοιτάει σε ένα μέλος της ομάδας κατασκευής αυτό : “Πρέπει να έχει μία πίστη σε αυτό που αποκαλώ μη-ιεραρχική οργάνωση της εργασίας. Η εργασία οφείλει να οργανώνεται όχι στο σύστημα των άστρων αλλά στο σύστημα του ρεπερτορίου. Ο ηγέτης της ομάδας μπορεί συχνά να είναι ένας νέο μέλος της ομάδας. Αυτό μπορεί να γίνει αποδεκτό εάν είναι κοινά αποδεκτό πως η ανωτερότητα βρίσκεται στην καλύτερη ιδέα και όχι στον παλαιότερο άνθρωπο.” Και ένας από τους μεγαλύτερους αρχιτέκτονες μας, ο Walter Gropius, διακήρυττε ότι αυτό που αποκαλούσε τεχνική “της συνεργασίας ανάμεσα σε ανθρώπους, που μπορούσε να απελευθερώσει τα δημιουργικά ένστικτα του ατόμου αντί να τα καταπνίξει. Η ουσία της τεχνικής αυτής όφειλε να δίνει έμφαση στην ατομική ελευθερία για πρωτοβουλία, αντί στην εξουσιαστική καθοδήγηση ενός αφεντικού… συγχρονίζοντας την ατομική προσπάθεια μέσω ενός συνεχούς δίνω-παίρνω των μελών του…”

Αυτό μας οδηγεί σε έναν άλλον ακρογωνιαίο λίθο της αναρχικής θεωρίας, την ιδέα του εργατικού ελέγχου της βιομηχανίας. Πολλοί μεγάλοι άνθρωποι πιστεύουν ότι ο εργατικός έλεγχος είναι μία ελκυστική ιδέα, αλλά δεν μπορεί να υλοποιηθεί (και επομένως ανάξια να αγωνιστεί κανείς για αυτή) λόγω της κλίμακας και της πολυπλοκότητας της νεωτερικής βιομηχανίας. Πώς μπορούμε να τους πείσουμε διαφορετικά; Εκτός από το να επισημάνουμε πως η αλλαγή των πηγών της εξουσίας των κινήτρων κάνει τη γεωγραφική συγκέντρωση της βιομηχανίας απαρχαιωμένη, και το πως οι αλλαγές στις μεθόδους παραγωγής κάνουν τη συγκέντρωση μεγάλων αριθμών ανθρώπων περιττή, ίσως η καλύτερη μέθοδος να πείσουμε τους ανθρώπους ότι ο εργατικός έλεγχος είναι μία εφικτή πρόταση στη βιομηχανία μεγάλης κλίμακας είναι δείχνοντας τα επιτυχημένα παραδείγματα αυτού που οι συντεχνιακοί σοσιαλιστές αποκαλούσαν “έλεγχο οικειοποίησης.” Αυτοί ήταν μερικοί και περιοριστικοί στην πραγματικότητα, όπως ήταν υποχρεωμένοι, αλλά έδειξαν πως οι εργαζόμενοι είχαν την οργανωτική ικανότητα στη βάση τους, που οι περισσότεροι άνθρωποι αρνούνται ότι την κατέχουν.

Επιτρέψτε μου να το εξηγήσω μέσα από δύο στιγμές τις νεωτερικής μεγάλης κλίμακας βιομηχανίας. Το πρώτο είναι το σύστημα της ομάδας εργατών, και περιγράφηκε από έναν Αμερικανό καθηγητή της βιομηχανικής και διευθυντικής μηχανικής, Seymour Melman, στο βιβλίο του Decision-Making and Productivity. Αναζητούσε, μέσω μία λεπτομερούς σύγκρισης της μανιφακτούρας του ίδιου προϊόντας, του τρακτέρ Ferguson, στο Detroit και το Coventry, Αγγλία, “να αποδείξει ότι υπήρχαν πραγματικές εναλλακτικές στον κανόνα της διεύθυνσης της παραγωγής.” Η έκθεσή του για τη λειτουργία του συστήματος της ομάδας εργατών επιβεβαιώθηκε από έναν μηχανικό στο Coventry, τον Reg Wright, σε δύο άρθρα της Αναρχίας. Στη βιομηχανία τρακτέρ του Standard στην περίοδο μέχρι το 1956 που πουλήθηκε, ο Melman γράφει : “Σε αυτή την εταιρεία θα δούμε ότι την ίδια στιγμή : χιλιάδες εργάτες λειτουργούσαν δυνητικά χωρίς επιτήρηση όπως συμβατικά κατανοείται, και σε πολύ υψηλή παραγωγικότητα. Πληρωνόταν ο μεγαλύτερος μισθός στη βρετανική βιομηχανία. Παραγόταν υψηλής ποιότητας προϊόντα σε αποδεκτές τιμές σε εργοστάσια εντατικής μηχανοποίησης. Η διεύθυνση διεξήγαγε τις υποθέσεις της σε ασυνήθιστα χαμηλό κόστος. Οι επίσης οργανωμένοι εργάτες είχαν ένα ουσιαστικό ρόλο στην παραγωγή της λήψης των αποφάσεων.”

Από την πλευρά της παραγωγής οι εργάτες, “το σύστημα της ομάδας εργασίας οδηγούσε στην παρακολούθηση των αγαθών και όχι στην παρακολούθηση των ανθρώπων.” Ο Melman παραβάλει τον “αρπαχτικό ανταγωνισμό” που χαρακτηρίζει το διευθυντικό σύστημα λήψης αποφάσεων με το εργατικό σύστημα λήψης αποφάσεων στο οποίο “το πιο χαρακτηριστικό γνώρισμα της διαδικασίας διαμόρφωσης της απόφασης είναι αυτό της αμοιβαιότητας της λήψης της απόφασης με την τελική εξουσία που βρίσκεται στα χέρια των ομαδοποιημένων εργατών καθεαυτά.” Το σύστημα ομάδας όπως περιγράφεται από τον Melman είναι πολύ όμοιο με το συλλογικό σύστημα συμβολαίου που επινοήθηκε από τον G.D.H Cole, που ισχυριζόταν ότι “το αποτέλεσμα θα ήταν να συνδέσει τα μέλη της ομάδας εργασίας μαζί σε μία κοινή επιχείρηση κάτω από την αιγίδα και τον έλεγχο τους, και να τα απελευθερώσει από την εξωτερικά επιβλημένη πειθαρχία σε σχέση με τη μέθοδο τους να γίνει η δουλειά.”

Το δεύτερο μου παράδειγμα αντλείται πάλι από μία συγκριτική μελέτη των διαφορετικών μεθόδων της εργατικής οργάνωσης, που έγινε από το ινστιτούτο του Tavistock στα τέλη της δεκαετίας του 50, και αναφέρεται στο Organisational Choice του E. L. Trist, και το Autonomous Group Functioning του P. Herbst. Η σημασία του μπορεί να φανεί από τις εισαγωγικές λέξεις του πρώτου : “Η έρευνα αυτή αφορά μία ομάδα ανθρακωρύχων που ήρθαν μαζί για να αναπτύξουν έναν νέο τρόπο ομαδικής εργασίας, σχεδιάζοντας τον τύπο της αλλαγής που ήθελαν να φέρουν σε πέρας, και την ελέγχουν σε πρακτικό επίπεδο. Ο νέος τύπος της εργατικής οργάνωσης που έχει μείνει γνωστή στη βιομηχανία ως σύνθετη εργασία, έχει σε μερικά χρόνια αναδυθεί αυθόρμητα σε έναν αριθμό διαφορετικών λάκκων στο βορειοδυτικό πεδίο άνθρακα του Durham. Οι ρίζες της πάνε πίσω σε μία παλιά παράδοση η οποία έχει σχεδόν αντικατασταθεί ολοκληρωτικά στην πορεία του τελευταίου αιώνα από την εισαγωγή των τεχνικών εργασίας που βασίζονται στον τεμαχισμό καθηκόντων, τη διαφορά στο στάτους και το μισθό, και τον εξωτερικό ιεραρχικό έλεγχο.” Η άλλη αναφορά σημειώνει πως η μελέτη έδειξε “την ικανότητα των αρκετά μεγάλων ομάδων εργασίας των 40-50 μελών να δρουν αυτορυθμιζόμενοι, αυτοαναπτυσσόμενοι κοινωνικοί οργανισμοί ικανοί να συντηρούνται αφεαυτοί σε μία σταθερή κατάσταση υψηλής παραγωγικότητας.” Οι συγγραφείς περιγράφουν το σύστημα με έναν τρόπο που δείχνει τη σχέση του με την αναρχική σκέψη :

“Η σύνθετη οργάνωση της εργασίας μπορεί να περιγραφεί ως μία στην οποία η ομάδα παίρνει τη συνολική ευθύνη για ολόκληρο τον κύκλο των εγχειρημάτων που περιλαμβάνονται στη εξόρυξη του άνθρακα. Κανένα μέλος της ομάδας δεν έχει σταθερό εργατικό ρόλο.”

Αντί για αυτό, οι άνθρωποι αναπτύσσουν οι ίδιοι, εξαρτώμενοι από τις απαιτήσεις του εν κινήσει ομαδικού καθήκοντος. Μέσα στα όρια των απαιτήσεων της τεχνολογίας και της ασφάλειας είναι ελεύθεροι να αναπτύξουν τον δικό τους τρόπο οργάνωσης και της εκτέλεσης του καθήκοντος τους. Δεν είναι το υποκείμενο σε καμιά εξωτερική αρχή σε σχέση με αυτή, ούτε υπάρχει μέσα στην ομάδα κάποιο μέλος που αναλαμβάνει την τυπική διευθυντική λειτουργία της ηγεσίας. Ενώ στη long wall συμβατική εργασία το καθήκον της εξόρυξης του άνθρακα διαχωρίζεται σε τέσσερις με οχτώ ρόλους εργασίας, που εκτελούνται από διαφορετικές ομάδες, με καθεμία να πληρώνεται σε διαφορετική τιμή, στις σύνθετες ομάδες εργασίας τα μέλη δεν πληρώνονται απευθείας για κάθε καθήκον που εκτελείται. Η συμφωνία για το μισθό όλων, αντί για αυτό, βασίζεται στη διαπραγμάτευση της τιμής για τόνους παραγόμενου κάρβουνου από την ομάδα. Το εισόδημα που αποκτάται χωρίζεται ισότιμα ανάμεσα στα μέλη της ομάδας.

Τα έργα στα οποία παραπέμπω έχουν γραφτεί για ειδικούς στην παραγωγικότητα και τη βιομηχανική οργάνωση, αλλά τα μαθήματα τους είναι καθαρά για ανθρώπους που ενδιαφέρονται για την ιδέα του εργατικού ελέγχου. Αντιμέτωποι με την αντίρρηση ότι ακόμα και αν μπορούν να εμφανιστούν αυτόνομες ομάδες που μπορούν να οργανωθούν οι ίδιες σε μεγάλη κλίμακα και πολύπλοκα καθήκοντα, δεν έχει ακόμα φανεί ότι μπορούν να συντονιστούν επιτυχώς, καταφεύγουμε ξανά στη αρχή της ομοσπονδίας. Δεν υπάρχει τίποτα παράξενο σχετικά με την ιδέα ότι μεγάλες μονάδες αυτόνομων βιομηχανικών μονάδων μπορούν να οργανωθούν ομοσπονδιακά και να συντονίσουν τις δραστηριότητες τους. Εάν ταξιδέψετε στην Ευρώπη πάτε πάνω από τις γραμμές μίας ντουζίνας συστημάτων σιδηρόδρομων – καπιταλιστικών και κομμουνιστικών – στις οποίες φτάνουν μέσα από την ελεύθερη συμφωνία ανάμεσα σε διάφορες αναλήψεις χωρίς κεντρική αρχή. Μπορείς να στείλεις ένα γράμμα οπουδήποτε στον κόσμο, αλλά δεν υπάρχει καμία ταχυδρομική αρχή – οι αντιπρόσωποι των διαφορετικών ταχυδρομικών αρχών απλά έχουν ένα συμβούλιο περίπου κάθε πέντε χρόνια.

Υπάρχουν ρεύματα, που παρατηρούνται σε αυτά τα περιστασιακά πειράματα στη βιομηχανική οργάνωση, σε νέες προσεγγίσεις προβλημάτων παραβατικότητας και εθισμού, στην εκπαιδευτική και κοινοτική οργάνωση, και στην “απο-ιδρυματοποίηση” νοσοκομείων, άσυλων, παιδικών σταθμών και πάει λέγοντας, που έχουν πολλά κοινά μεταξύ τους, και που λειτουργούν ενάντια στις γενικά αποδεκτές ιδέες για την οργάνωση, την εξουσία και την κυβέρνηση. Η κυβερνητική θεωρία με την έμφαση της στα συστήματα αυτοοργάνωσης, οδηγεί σε μία παρόμοια επαναστατική κατεύθυνση. Οι George και Louise Crowley, για παράδειγμα, στα σχόλια τους στην έκθεση τους Ad Hoc Committee on the Triple Revolution, (Monthly Review, Nov. 1964) σημειώνουν ότι : “Δεν το βρίσκουμε λιγότερο λογικό να αξιώσουμε μία λειτουργική κοινωνία χωρίς εξουσία από το να αξιώσουμε ένα τακτικό σύμπαν χωρίς θεό. Επομένως η λέξη αναρχία δεν πρέπει να μας φοβίζει με συνειρμούς για αταξία, χάος ή σύγχυση. Για τον άνθρωπο, που ζει σε μη ανταγωνιστικές συνθήκες ελευθερίας από τον μόχθο και την καθολική αφθονία, η αναρχία είναι απλά η ενδεδειγμένη κατάσταση της κοινωνίας.” Στη Βρετανία ο καθηγητής Richard Titmuss σημειώνει ότι οι κοινωνικές ιδέες μπορούν να είναι το ίδιο σημαντικές στο επόμενο μισό αιώνα ως τεχνολογική καινοτομία. Πιστεύω ότι οι κοινωνικές ιδέες του αναρχισμού : Αυτόνομες ομάδες, αυθόρμητη τάξη, εργατικός έλεγχος, η αρχή της ομοσπονδιοποίησης, αθροίζονται σε μία συνεκτική θεωρία της κοινωνικής οργάνωσης που είναι έγκυρη και ρεαλιστικά εναλλακτική στην εξουσιαστική, ιεραρχική και θεσμική κοινωνική φιλοσοφία που τις βλέπουμε να εφαρμόζονται παντού γύρω μας. Ο άνθρωπος θα υποχρεωθεί, διακήρυττε ο Κροπότκιν, “να βρει νέες μορφές οργάνωσης για τις κοινωνικές λειτουργίες που το Κράτος ικανοποιεί μέσω της γραφειοκρατίας” και επέμενε ότι “όσο καιρό αυτό δεν γίνεται τίποτα δεν θα γίνεται.” Νομίζω ότι οφείλουμε να ανακαλύψουμε πως πρέπει να είναι αυτές οι νέες μορφές της οργάνωσης. Τώρα πρέπει να κάνουμε τις ευκαιρίες πράξη.

 

[1](Σ.τ.Μ.) :
Με τον όρο “κυβερνητική” εννοούμε την “επιστήμη συστημάτων (ή συστημική), δηλαδή ένα διεπιστημονικό γνωστικό πεδίο το οποίο παρέχει έναν κοινό τρόπο σκέψης με στόχο την ανάπτυξη μεθοδολογικών πλαισίων για τη μελέτη συστημάτων με εσωτερική δομή (π.χ. κοινωνικά, ηλεκτρονικά, βιολογικά, γνωσιακά ή μεταφυσικά συστήματα).
(http://en.wikipedia.org/wiki/Cybernetics)

 

Μετάφραση : Θοδωρής Σάρας και Risinggalaxy

Αναδημοσίευση από Risinggalaxy

.

Categories: Θεωρητικά | Σχολιάστε

Παπανδρέου : Σύγχρονος Προκρούστης με θύμα την Ελλάδα

.

Ο Προκρούστης ήταν ληστής της αρχαίας ελληνικής μυθολογίας, ο οποίος είχε στήσει δυο κρεβάτια στο δρόμο που οδηγούσε για την Αθήνα και προσκαλούσε όποιον περαστικό οδοιπόρο έβλεπε να ξαπλώσει για να ξαποστάσει. Το ένα κρεβάτι όμως ήταν μακρύ και το άλλο κοντό και ο Προκρούστης πρόσφερε στους κοντούς το μακρύ κρεβάτι και στους ψηλούς το κοντό. Όταν ένας κοντός ξάπλωνε στο μακρύ κρεβάτι ο Προκρούστης του τραβούσε τα άκρα μέχρι να φτάσουν στα όρια του κρεβατιού με αποτέλεσμα να τον σκοτώσει.

Με παρόμοιο τρόπο όταν μια χώρα δεχτεί νομισματική επίθεση μοιάζει να σα μπήκε σε ένα μακρύ κρεβάτι και οι αγορές την τραβούν και από τις δύο πλευρές δοκιμάζοντας τις αντοχές της. Από τη μια πουλούν το νόμισμα της πιέζοντας την ισοτιμία του χαμηλότερα και από την άλλη αγοράζουν το νόμισμα με το οποίο συνδέεται σπρώχνοντας τη δική του τιμή υψηλότερα. Η εκατέρωθεν πίεση μπορεί να σπάσει το νομισματικό σύνδεσμο με βίαιο τρόπο προκαλώντας οξεία προβλήματα στη χώρα θύμα της επίθεσης.

Μία χώρα που έχει συνδέσει το νόμισμα της με ένα άλλο ισχυρότερο, δεσμεύεται από ένα μέγιστο όριο στο οποίο μπορεί να του επιτρέψει να κινηθεί μακριά αυτό. Αν για παράδειγμα το κεντρικό νόμισμα είναι το δολάριο και μια χώρα έχει σύνδεση με αυτό με ένα εύρος + – 5%, τότε μπορεί να υποτιμήσει ή να ανατιμήσει το νόμισμα της έναντι του δολαρίου κατά 5%.

Αν οι αγορές πιθανολογήσουν πως η χώρα θα να αναγκαστεί κάποια στιγμή να προχωρήσει σε μεγαλύτερη υποτίμηση του νομίσματος της από 5%, ώστε να αποφύγει να λάβει περαιτέρω σκληρά μέτρα λιτότητας όπως μειώσεις μισθών, συντάξεων κλπ, τότε θα φοβηθούν πως τα επενδυμένα στη χώρα κεφάλαια τους θα μειωθούν σε αντίστοιχο ποσοστό με την υποτίμηση.

Προκειμένου να προλάβουν ένα τέτοιο ενδεχόμενο αρχίζουν να πουλούν κάθε περιουσιακό στοιχείο που έχουν στο νόμισμα που απειλείται με υποτίμηση αλλά και τα αποθεματικά τους σε αυτό. Τότε η τεράστια προσφορά στο συγκεκριμένο νόμισμα το απειλεί από μόνη της με μεγάλη υποτίμηση ασχέτως των πραγματικών διαθέσεων του κράτους και γεννιέται ο μηχανισμός της αυτοεπαληθευόμενης προφητείας.

Για να υπερασπιστεί το κράτος τη νομισματική του σύνδεση αρχίζει να αγοράζει μέσω της κεντρικής του τράπεζας το νόμισμα του ώστε να εξισορροπήσει την αυξημένη προσφορά. Τότε κερδοσκοπικά κεφάλαια προχωρούν ταυτόχρονα στην πώληση του νομίσματος υπό απειλή και στην αγορά του κεντρικού νομίσματος της ισοτιμίας. Με αυτόν τον τρόπο προκαλούν πτώση του πρώτου και αύξηση του δεύτερου δημιουργώντας το φαινόμενο του Προκρούστη. Τώρα η χώρα πιέζεται διπλά αφού το νόμισμα στο οποίο είναι συνδεδεμένο ανατιμάται και το δικό της υποτιμάται ενώ θα ήθελε να συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο. Κάποια στιγμή τα αποθεματικά του σε συνάλλαγμα τελειώνουν και η υποτίμηση γίνεται αναπόφευκτη.

Οι κερδοσκόποι που πόνταραν σε αυτήν κερδίζουν και το κράτος μένει εξαντλημένο οικονομικά και ταπεινωμένο νομισματικά, χωρίς την εμπιστοσύνη των διεθνών επενδυτών οι οποίοι έχουν αποσύρει τα κεφάλαια τους πουλώντας κάθε περιουσιακό στοιχείο τους στο νόμισμα της χώρας, μεταξύ των οποίων και τα ομόλογα της, απειλώντας με εκτίναξη των επιτοκίων τους και του κόστους κρατικού δανεισμού. (Αυτό συνέβη για παράδειγμα στη Βρετανία στις αρχές του ’90 όταν η χώρα αναγκάστηκε να αποχωρήσει από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Συναλλάγματος ενώ ο γνωστός κερδοσκόπος Τζορτζ Σόρος κέρδισε ένα δις δολάρια σε μία ημέρα ποντάροντας στην υποτίμηση της στερλίνας).

Μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα η νομισματική κρίση μπορεί να μετατραπεί σε κρίση χρέους και το κράτος να απειληθεί με πτώχευση.

Στην περίπτωση της Ελλάδας η κατάσταση ήταν ακόμη χειρότερη από αυτήν που περιγράφηκε παραπάνω καθώς έχοντας η χώρα υιοθετήσει το ευρώ και αντικαθιστώντας τη δραχμή είχε μηδενικό περιθώριο υποτίμησης αλλά και εξαιρετικά μεγάλη νομική και πολιτική δυσκολία εξόδου από την ευρωπαϊκή νομισματική ένωση και επιστροφής στο δικό της νόμισμα.

Όταν η κυβέρνηση Παπανδρέου προκάλεσε διεθνές πλήγμα στην εικόνα της χώρας δίνοντας την ευκαιρία στα διεθνή ΜΜΕ να την κατασπαράξουν, τρόμαξε τις αγορές και έφερε πάνω απ’ την Ελλάδα τη σκιά του νομισματικού κινδύνου. Από εκείνο το σημείο και μετά ενεργοποίησε ένα ντόμινο χρηματοοικονομικών εξελίξεων που ήταν εύκολα προβλέψιμο αλλά πολύ δύσκολα αναστρέψιμο.

Οι αγορές θεώρησαν πως η Ελλάδα ήταν πιθανό να χρειαστεί να υποτιμήσει το νόμισμα της κάτι που στην περίπτωση της θα σήμαινε ανάγκη εξόδου της από την ευρωζώνη, ενδεχόμενο που θα επέφερε σε όσους είχαν επενδύσεις στη χώρα απώλειες αντίστοιχες με το ύψος της υποτίμησης. Ξαφνικά στα μοντέλα των διεθνών τραπεζών και των επενδυτικών εταιριών προστέθηκε ο νομισματικός κίνδυνος και μαζί με αυτόν και ο πληθωριστικός κίνδυνος που είχαν εξαλειφθεί με την είσοδο της χώρας στο ευρώ.

Ως αποτέλεσμα κάθε τι ελληνικό εμφανιζόταν υπερτιμημένο τόσο όσο το μέγεθος μιας ενδεχόμενης υποτίμησης στην οποία θα υποβάλλονταν το νόμισμα της Ελλάδας αν αποχωρούσε από την ευρωζώνη και σε αυτόν τον υπολογισμό έπρεπε να προστεθούν μια σειρά νέων ρίσκων τα οποία μέχρι εκείνη τη στιγμή οι αγορές δεν τα είχαν υπολογίσει θεωρώντας την Ελλάδα ασφαλή. Τα ελληνικά ομόλογα, οι ελληνικές μετοχές, η ελληνική αγορά κατοικίας, οι ελληνικοί μισθοί, ολόκληρη η Ελλάδα μέσα σε λίγες εβδομάδες φάνηκαν υπερτιμημένα κατά 30% -50%.

Για να προστατευθούν οι διεθνείς επενδυτές άρχισαν να πουλούν ελληνικές μετοχές και ομόλογα προκαλώντας κραχ στο χρηματιστήριο μετοχών και εκτίναξη στα επιτόκια των κρατικών ομολόγων και του κόστους δανεισμού της Ελλάδας. Για πρώτη φορά σε δέκα χρόνια οι ευρωπαϊκές τράπεζες απέσυραν τα κεφάλαια τους από την Ελλάδα και τα μετέφεραν στις ‘πατρίδες’ τους, προκαλώντας σε αυτές μείωση του κόστους δανεισμού και προϋποθέσεις για ανάπτυξη αλλά στην Ελλάδα αύξηση του κόστους δανεισμού και κίνδυνο ύφεσης.

Σύντομα οι πλουσιότεροι Έλληνες ακολούθησαν το παράδειγμα των διεθνών επενδυτικών κεφαλαίων μεταφέροντας τα χρήματα τους στο εξωτερικό, κυρίως στη Γερμανία και την Ελβετία. Οι καταθέσεις στις ελληνικές τράπεζες μειώθηκαν ταχύτατα και μέσα σε λίγο διάστημα η Ελλάδα έπαθε χρηματοπιστωτική ασφυξία. Η ζημία ήταν διπλή γιατί εκμηδενίστηκαν και οι εισροές κεφαλαίων με αποτέλεσμα οι νέες εκδόσεις ελληνικών ομολόγων σε φυσιολογικά επιτόκια να μένουν στα αζήτητα.

Η ελληνική κυβέρνηση στράφηκε στους εταίρους της και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο για βοήθεια αλλά αυτό θεωρήθηκε απλά ως επιβεβαίωση της αυξημένης πιθανότητας της για πτώχευση και έξοδο της απ’ το ευρώ και ενέτεινε το πρόβλημα αντί να το αποκλιμακώσει. Ξαφνικά, ήταν η Ευρώπη που κατηγορούνταν για την κρίση χρέους και οι ΗΠΑ που περνούσαν στο απυρόβλητο. Η μόνη γρήγορη λύση θα ήταν η παρέμβαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας αλλά η Γερμανία απαγόρευσε ρητά μία τέτοια επιλογή.

Μία χώρα χωρίς δικό της νόμισμα και χωρίς μια Κεντρική Τράπεζα να τη βοηθήσει έμοιαζε ολοκληρωτικά χαμένη. Μετά από καθυστερήσεις μηνών που στο χρηματιστηριακό χρόνο έμοιαζαν με δεκαετίες, ήρθε το πακέτο στήριξης το οποίο προέβλεπε τόσο σκληρά μέτρα που αντί να μειώσει την πιθανότητα αποφυγής της Ελλάδας να αναγκαστεί να προβεί σε υποτίμηση και άρα έξοδο απ’ το ευρώ την αύξησε. Κανείς δεν πίστεψε πως ο ελληνικός λαός θα άντεχε τόσο σκληρή λιτότητα και ένας δεύτερος γύρος πώλησης ελληνικών περιουσιακών στοιχείων ξεκίνησε.

Η ελληνική κυβέρνηση πανηγύριζε γιατί εξασφάλισε το μεγαλύτερο σε ύψος πακέτο στήριξης στην ιστορία του ΔΝΤ και το πρώτο στην ιστορία της ΕΕ χωρίς να αντιλαμβάνεται ότι στο μεταξύ ο αέρας στο δωμάτιο τελείωνε και η χώρα πέθαινε από ασφυξία.

Η κατάρρευση της ελληνικής οικονομίας σε κάθε φάσμα της προκάλεσε μια οξεία τραπεζική κρίση την οποία η κυβέρνηση έκρυβε με κάθε τρόπο προκειμένου να μην προκαλέσει πανικό και μαζική απόσυρση καταθέσεων. Οι προβλέψεις της Τρόικας και οι δηλώσεις των Ελλήνων αξιωματούχων διαψεύδονταν με ταχύτητα πυρκαγιάς που μετατρέπεται σε λαίλαπα καίγοντας τα πάντα.

Μέσα ένα χρόνο η Ελλάδα είχε γυρίσει πίσω πενήντα αλλά κανείς δε ήταν διατεθειμένος να το παραδεχτεί. Η χώρα είχε διαλυθεί χρηματοπιστωτικά, χρηματιστηριακά, οικονομικά, νομισματικά, ψυχολογικά και η εικόνα της στο εξωτερικό ήταν τραγική. Το παιχνίδι είχε χαθεί αλλά όσο η Τρόικα ήταν διατεθειμένη να ρίχνει κέρματα προκειμένου να κρατά την Ελλάδα σε μηχανική υποστήριξη το σώου μπορούσε να συνεχίζεται.

Σιγά, σιγά οι φωνές για κίνδυνο εξόδου από το ευρώ αυξάνονταν και δυνάμωναν. Ο κόσμος σείονταν από διεθνείς εκθέσεις που προέβλεπαν την πτώχευση της Ελλάδας και την επιστροφή της στη δραχμή σχεδόν ως αναπόφευκτη εξέλιξη και στην Ελλάδα οι πολιτικοί διαβεβαίωναν πως μέχρι το 2012 η χώρα θα είχε ολοκληρώσει τις ‘μεταρρυθμίσεις’ και θα επέστρεφε στην ανάπτυξη και στις αγορές. Όταν ερωτήθηκα από δημοσιογράφο του Mega τον Απρίλιο του 2010 πόσο καιρό θα έκαναν τα σπρεντ να μειωθούν δεδομένου ότι είχε προεγκριθεί πακέτο στήριξης της Ελλάδας είχα απαντήσει πως αν η ιστορία είναι καλός οδηγός περισσότερα από δέκα χρόνια.

Η βλάβη είχε γίνει από τα τέλη του 2009 και ό,τι ακολούθησε έκανε τα πράγματα χειρότερα.

Το 2010 ήταν το έτος των ψεύτικων υποσχέσεων και τη συγκάλυψης μιας βιβλικής καταστροφής. Το 2011 ήταν η χρονιά της αποκάλυψης της αλήθειας: Η καταρρακωμένη χρηματοοικονομικά Ελλάδα θα γινόταν η πρώτη χώρα της ευρωζώνης που θα προχωρούσε σε αναδιάρθρωση του χρέους της, δηλαδή σε επίσημη αδυναμία αποπληρωμής των υποχρεώσεων της και έτσι σε πτώχευση. Οι Έλληνες πολιτικοί αξιωματούχοι που το προηγούμενο διάστημα δήλωναν ότι δεν υπήρχε ποτέ περίπτωση να συμβεί κάτι τέτοιο τώρα πανηγύριζαν για το γεγονός μιλώντας για αναγνώριση των προσπαθειών των Ελλήνων.

Οι αγορές βούιζαν ότι η αναδιάρθρωση κατά 21% δε ήταν παρά σταγόνα στον ωκεανό αλλά οι πολιτικοί χρειάστηκαν άλλους έξι μήνες για να το κατανοήσουν. Τον Οκτώβριο του 2011 αποφασίστηκε μεγαλύτερη αναδιάρθρωση η οποία ωστόσο φαινόταν ακόμη και δια γυμνού οφθαλμού πως δε θα έφτανε να λύσει κανένα από τα προβλήματα της χώρας.

Οδεύοντας για τη μαύρη επέτειο των τριών ετών απ’ τη στιγμή που ο κ. Παπανδρέου ανέλαβε να παίξει το ρόλο του σύγχρονου Προκρούστη με θύμα την Ελλάδα, διαπιστώνουμε ότι η νομισματική επίθεση και η απειλή εξόδου της χώρας απ’ το ευρώ παραμένουν πιο ισχυρές από ποτέ. Όσο αυτό ισχύει η χώρα θα συνεχίζει να στοιχειώνεται απ’ τα λάθη του παρελθόντος και οι όποιες προσπάθειες για έξοδο απ’ την κρίση θα κινδυνεύουν να πέσουν στο κενό.

 

Του Πάνου Παναγιώτου

Αναδημοσίευση από Ελεύθερη Ελλάδα

.

Categories: Επικαιρικά, Εισαγόμενα | Σχολιάστε

(Όχι στις) αυτοκτονίες

.

Κι όμως, οι αυτοκτονίες συνεχίζονται…

Αντιθέτως προς το κοινώς λεγόμενο, ιδιαιτέρως μάλιστα μετά από τυχόν στραβές, ότι «η ζωή συνεχίζεται», συνεχίζονται και οι αυτοχειριασμοί.

Συνεχίζονται και πυκνώνουν .

Έρευνα του Καίμπριτζ που δημοσιεύθηκε στη Βρετανική Ιατρική Επιθεώρηση «British Medical Journal», διαπιστώνει ότι, από το 2008, όταν εκδηλώθηκε η κρίση, η Ελλάδα και η Ιρλανδία είναι πρώτες στις αυτοκτονίες.

Αυτή η θλιβερή πρωτιά ουδέποτε έως τώρα είχε σημειωθεί για τη χώρα μας…

Και εμείς, οι πιο πολλοί, νομίζαμε, έως προσφάτως τουλάχιστον, ότι η Ελλάδα με τον ήλιο της, τη θάλασσα και τις άλλες της ομορφιές είναι αφ’ εαυτής φάρμακο που αμβλύνει τέτοια προβλήματα.

Και ίσως εν τέλει να είναι, ίσως χωρίς την Ελλάδα-φάρμακο, οι αυτοκτονίες στη χώρα μας να ήταν πολύ περισσότερες.

Ο Κομφούκιος (ή ο Λάο Τσε; αρχίζω να μη θυμάμαι πια, με τόσα που όλων μας τον νου σκοτίζουν) έλεγε ότι για μια μακρά πορεία προϋπόθεση είναι το ένα, πρώτο, βήμα. Για το ανεπανόρθωτο επίσης αρκεί ένα βήμα, το τελευταίο.

Πώς παίρνει κανείς μιαν τέτοιαν απόφαση και για ποιους λόγους, είναι ένα θέμα τόσον πολύπλοκο, όσον το σύμπαν του κάθε ανθρώπου ξεχωριστά σε συνδυασμό με το άπειρον των συντελεστών γύρω του.

Όμως, η έρευνα του Καίμπριτζ εστιάζει στις «αυτοκτονίες της κρίσης». Παραθέτει στοιχεία από την κρίση του 1929, κάνει συγκρίσεις και προχωρεί σε συμπεράσματα.

Είναι αλήθεια ότι σε κάθε κοινωνία ενδημούν υποψήφιοι αυτόχειρες, αλλά αν μείνει κανείς σε αυτήν μόνον τη διαπίστωση και μάλιστα τη θεωρήσει ως ικανή και επαρκή εξήγηση του φαινομένου των αυτοκτονιών στην Ελλάδα εν καιρώ κρίσης, δεν μπορεί παρά να χαρακτηρισθεί ο ίδιος ελαφρόμυαλος και η προσέγγισή του χυδαία. Οχι μόνον επιστημονικώς, αλλά και ηθικώς.

Μια ενδημία υποψηφίων αυτόχειρων που εξελίσσεται σε επιδημία αυτοκτονιών (που μάλιστα δηλώνουν οι ίδιοι τα αίτιά τους ως οικονομικά) την «εξηγεί» κανείς με τέτοια ρηχότητα μόνον αν είναι κουτός ή νεοφιλελεύθερος, μόνον αν θέλει να απολογηθεί για ένα σύστημα στο οποίο συμμετέχει ενοχικά ή όχι, αρνούμενος όμως σε κάθε επίπτωση ότι είναι συνένοχος.

Όταν οι αυτοκτονίες άρχισαν να πυκνώνουν στην Ελλάδα στην εποχή της κρίσης, κάποιες γραφίδες, δημοσιογραφικές και άλλες, επιχείρησαν να υποβαθμίσουν το φαινόμενο σε μελό, σε συνοικιακό… λαϊκισμό των διαταραγμένων ή των αδύνατων χαρακτήρων που δεν εννόησαν το μεγαλείο της δημιουργικής λογιστικής και απέδρασαν από τον μάταιο τούτο κόσμο.

Θα ήταν ντροπή, αν δεν ήταν πονηρία.

Αυτοί που τέτοια έγραψαν όχι μόνον δεν εκλήθησαν οι ίδιοι να ζήσουν με 400 Ευρώ ή με μείον 600 Ευρώ τον μήνα, αλλά, οι περισσότεροι, ήταν και είναι απ’ τους «τεμπέληδες της εύφορης κοιλάδας», άνθρωποι δηλαδή ωφελημένοι απ’ το σύστημα, είτε ως παρατρεχάμενοι υπουργών, είτε ως κρατικοδίαιτοι ή πελάτες των κομμάτων, είτε ως φερέφωνα της μιντιακής τυραννίδας.

Δεν λέω ότι πρέπει να πεινάει κανείς για να δικαιούται να γράφει για τους πεινασμένους (αυτό όντως είναι λαϊκισμός), λέω όμως ότι δεν μπορούν να «φτύνουν πάνω στον τάφο» των αυτόχειρων εκείνοι που τους πήραν το φαϊ απ’ το τραπέζι, εκείνοι που βοήθησαν τους Δυνατούς σε ένα ακόμα ανοσιούργημα, εκείνοι που απολογούνται για το… ηθικό δικαίωμα του Δυνατού να γαμάει και να δέρνει.

Ο Ναπολέων έλεγε ότι μία εφημερίδα αξίζει όσο δύο συντάγματα επιλέκτων – και τότε οι εφημερίδες ήταν ακόμα στην αρχή τους! φανταστείτε τι θα έλεγε ο Μεγάλος για την τηλεόραση σήμερα και την ικανότητα της προπαγάνδας να φέρνει μέσω του χαζοκουτιού την πραγματικότητα τούμπα.

Διότι, αντί να ντρέπονται οι ασφαλείς για όσα ανάξια έγραψαν και είπαν για τους αυτοκτονήσαντες και τους αυτοκτονούντες, έφθασαν να αισθάνονται αμηχανία (ακόμα και ντροπή) ορισμένοι απ’ τους συγγενείς και τους φίλους των εκδημησάντων – μπας και ήταν χαρακτήρες «αδύναμοι», μπας και δεν ήταν αρκετά δυνατοί ώστε να αντέξουν τον πολιτισμό των κοπρόσκυλων;

To αμετάκλητον της αυτοκτονίας είναι κάτι το τρομακτικό, αφορά και στους δυνατούς και στους αδύναμους – αν όμως παρέλθει η «στιγμή» και δεν συμβεί, μπορεί να μη συμβεί ποτέ. Κι αν θέλετε, αυτή είναι και η προσωπική μου έκκληση γράφοντας αυτό το κείμενο: ο εξορκισμός της «κακιάς στιγμής» όπως την έλεγαν οι παλιοί. Όσον αφήνουμε να υπάρχει ένα «μετά», όλα μπορεί να εξελιχθούν αλλοιώς.

Ξέρω ότι αυτό δεν είναι αρκετό, όμως δεν μπορώ να συμβάλω περισσότερο και πιο δυνατά σε αυτό το πεδίο, παρά λέγοντας μιαν κουβέντα ακόμα: ο κόσμος κατοικείται, όχι μόνον από τους ανθρώπους και όλα όσα συμβαίνουν, αλλά κι από τα πλάσματα του μυαλού μας – ουδείς είναι μόνος του αν αφεθεί στις νεράιδες των πηγών, τις ιστορίες των δένδρων, τις σκέψεις των φιλοσόφων και το τραγούδι της Γης.

Και στην πατρίδα μας, όσον κι αν την έχουν κακοποιήσει οι Δυνατοί, το τραγούδι της Γης ακούγεται σαν ένας ύμνος χρωμάτων, ακούγεται όπως οι παρέες φίλων, οι συνάξεις συντρόφων, τα στέκια θεών – don’t give up without a fight, όπως λέει ο Εθνικός Ύμνος όλων των ανθρώπων, όλων των εποχών…

 

Του Στάθη

Αναδημοσίυεση από Σεισάχθεια

.

Categories: Επικαιρικά | Σχολιάστε

Τα 9 θανάσιμα εγκλήματα των ελληνικών κυβερνήσεων

.

Τώρα που οδεύουμε ολοταχώς προς άτακτη χρεοκοπία, τώρα που η αδράνεια των κυβερνήσεών μας έδωσε το δικαίωμα στους εταίρους μας- κυρίως, στους Γερμανούς-να τολμούν να ομιλούν περί του ότι θα «μας πετάξουν από το ευρώ», τώρα που η Ελλάδα από το ένα ως το άλλο άκρο της αιμορραγεί και καταρρέει, τώρα που οποιασδήποτε μορφής αναδιάρθρωση ή αναδιαπραγμάτευση του χρέους δεν έχει πια νόημα, τώρα που ό,τι κτίσαμε στα 60 τελευταία χρόνια έχει γκρεμιστεί και η εικόνα της Ελλάδας στο εξωτερικό έχει αμαυρωθεί, ας καταμετρήσουμε ποια δικά μας, ποια ασυγχώρητα εγκλήματά μας οδήγησαν τη χώρα και το λαό της σ’ αυτό το οικτρό αποτέλεσμα:

Έγκλημα Νο 1 :

Η -ανεξήγητη- επιμονή του Γιώργου Παπανδρέου να βάλει την Ελλάδα στο ΔΝΤ, αν και σαφώς αυτό θα μπορούσε να αποφευχθεί.

Έγκλημα Νο 2 :

Η υπογραφή του αρχικού Μνημονίου από τους αρμοδίους, ουσιαστικά με κλειστά μάτια και χωρίς την ελάχιστη διαπραγμάτευση, και στη συνέχεια όλου του υπόλοιπου αποτρόπαιου συρφετού, που έδεσε χειροπόδαρα τον ελληνικό λαό, και τον παρέδωσε, έτσι, στους δανειστές του.

Έγκλημα Νο 3 :

Η εντελώς αδικαιολόγητη, απαράδεκτα επιπόλαιη όσο και ασυγχώρητη άρνηση των αρμοδίων να επιδιώξουν την έγκαιρη αναδιαπραγμάτευση/αναδιάρθρωση του χρέους, που τότε εμφάνιζε τη μοναδική οδό σωτηρίας μας.

Έγκλημα Νο 4 :

Η εγκληματική άρνηση των αρμοδίων να εκμεταλλευτούν δηλώσεις -όσο ήταν ακόμη καιρός και οι δανειστές μας δεν είχαν «ξεφορτωθεί» τα χαρτιά μας- ότι θα προχωρήσουμε σε παύση πληρωμών ή ότι θα αποχωρήσουμε από την Ευρωζώνη.

Έγκλημα Νο 5 :

Η αποδοχή του καταστρεπτικού και ασύγγνωστα καθυστερημένου «κουρέματος» του χρέους, που το έκανε ακόμη λιγότερο διαχειρίσιμο και που κατέστρεψε τα συνταξιοδοτικά ταμεία, τα ΑΕΙ, τα νοσοκομεία, τα μουσεία κ.λπ.

Έγκλημα Νο 6 :

Η, επί δυόμισι συνεχή χρόνια, τραυματικά αναξιοπρεπής και απαράδεκτα δουλική συμπεριφορά των κυβερνήσεων απέναντι στους υπαλληλίσκους του ΔΝΤ και στα αφεντικά τους, τα οποία όσο υποχωρούσαμε, όσο περισσότερο ματώναμε, όσο πιο πολύ εξαθλιωνόμασταν, όσο περισσότερο η χώρα αποκτούσε όψη τριτοκοσμική, τόσο περισσότερο μας πρόσβαλαν, μας διέβαλλαν σε ολόκληρη την υφήλιο και μας φόρτωναν με ακόμη πιο απραγματοποίητες και με ακόμη πιο απάνθρωπες υποχρεώσεις.

Έγκλημα Νο 7 :

Η αγαστή σύμπνοια των εκάστοτε δικών μας αρμοδίων με τροϊκανούς, για την επιβολή αιματηρών θυσιών, παρ’ ότι το αποτέλεσμά τους ήταν εξαρχής και οφθαλμοφανώς αντίθετο από το επίσημα επιδιωκόμενο. Επιλέγω την εκδοχή της «σύμπνοιας» διότι θεωρώ ύβρη το όποιο επιχείρημα περί άγνοιας, ή αδυναμίας κατανόησης του παντελώς ανέφικτου των μέτρων – κατανοητού, ωστόσο, ακόμη και από πρωτοετείς φοιτητές των Οικονομικών.

Έγκλημα Νο 8 :

Η σταθερά πανικόβλητη δήλωση των ελληνικών κυβερνήσεων, προς κάθε κατεύθυνση, σχετικά με την απόφαση παραμονής στην Ευρωζώνη με κάθε θυσία, ακόμη και με αντάλλαγμα την παράδοση βωμών και εστιών στους βαρβάρους.

Έγκλημα Νο 9 :

Η έλλειψη στοιχειώδους προετοιμασίας για την επιστροφή στο εθνικό νόμισμα, ενόσω όλα οδηγούσαν από καιρό προς τα εκεί και ενόσω ολόκληρη η υφήλιος λάμβανε, πυρετωδώς, τα μέτρα της. Και όχι μόνο, αλλά παράλληλα και με συνεχείς αποπροσανατολισμούς και προσπάθειες αποκοίμισης του ελληνικού λαού για το πού οδεύει πραγματικά, αλλά και με την κατάστρωση τρομοκρατικών σεναρίων για το τι θα του συμβεί στην περίπτωση μιας τέτοιας επιστροφής και με την κατακεραύνωση όσων κατά καιρούς τολμούσαν να αναφερθούν σε ό,τι αποτελούσε, εμφανώς, τη θλιβερή μας πραγματικότητα.

Και τώρα; Δυστυχώς, τώρα είναι πολύ αργά για… δάκρυα. Τώρα, έχουμε εναποθέσει ένα προς ένα τα όπλα μας, στα πόδια των δανειστών μας και οδεύουμε κυριολεκτικά «ξυπόλυτοι στ’ αγκάθια». Τώρα είμαστε έρμαια των επιθυμιών τους και, γιατί όχι, και των καταχθόνιων σχεδίων τους. Η επιμήκυνση, που, αργοπορημένα και έχοντας απεμπολήσει όλα μας τα επιχειρήματα, ετοιμάζεται να ζητήσει η κυβέρνηση, το πιθανότερο είναι ότι δεν θα μας δοθεί. Αλλά, κι αν μας δοθεί, θα πρόκειται απλώς για μικρή αναβολή του οριστικού «κλεισίματος της αυλαίας», ενόσω θα αυξήσει ακόμη περισσότερο το χρέος μας, που υπερδιπλασιάστηκε ήδη από την αρχή της κρίσης, και ενόσω θα διευκολύνει την άρση των δυσκολιών, που ακόμη υπάρχουν, για το ξεπούλημα της Ελλάδος και την ολοκληρωτική της καταστροφή.

Δυστυχώς, τώρα πια, το μόνο σύνθετο όπλο μας είναι η στάση πληρωμών -αναπόφευκτη ούτως ή άλλως, είτε με δική μας πρωτοβουλία είτε με έξωθεν παύση βοήθειας- και η άμεση και όσο γίνεται καλύτερα προετοιμασμένη προσφυγή μας στο Διεθνές Δικαστήριο, με αίτημα την άμεση διακοπή της γενοκτονίας του ελληνικού λαού και της πορείας εξαφάνισης της Ελλάδας από τον χάρτη των προηγμένων και ανεξάρτητων εθνών.

 

Της Μαρίας Νεγρεπόντη–Δελιβάνη

 Αναδημοσίευση από Σεισάχθεια

.

Categories: Επικαιρικά | Σχολιάστε

Ομοφοβία, ο κρυφός εχθρός μας

.

Η ομοφοβία είναι αρρώστια με συμπτώματα που έχουν διάφορες μορφές, όπως μίσος, φόβος για τις λεσβίες και τους ομοφυλόφιλους, ρατσιστική και προκατειλημμένη συμπεριφορά κλπ., και όπως όλες οι ασθένειες μπορεί να γιατρευτεί, αρκεί να υπάρχει ανοικτό μυαλό, καλή θέληση και αρκετή αυτοεκτίμηση από την πλευρά των ομοφυλόφιλων.

Αυτά και μόνο θα μπορούσαν να είναι αρκετά για να δείξουν την προκατάληψη που υπάρχει, τόσο στο ευρύτερο κοινωνικό σύνολο, όσο και στις ίδιες τις λεσβίες και τους ομοφυλόφιλους (που ενστερνίζονται αυτή την αρνητική κατάσταση, ενώ στην ουσία ο σεξουαλικός τους προσανατολισμός είναι τελείως υγιής). Όμως, όταν ένα 28% των λεσβιών και ομοφυλόφιλων αναγκάζονται να εγκαταλείψουν την βασική εκπαίδευση γιατί δεν αισθάνονται καμία ασφάλεια για την ζωή τους μέσα στο σχολείο, το 80% των θυμάτων βίας δεν αναφέρουν το γεγονός γιατί φοβούνται πως θα αποκαλυφθεί ο σεξουαλικός τους προσανατολισμός, το 85% των εκπαιδευτικών αρνούνται να συζητήσουν για θέματα ομοφυλοφιλίας και λεσβιασμού, το 75% των ατόμων που συμμετείχαν σε εγκλήματα μίσους είναι κάτω των 30 ετών (ένας στους τρεις κάτω των 18 ετών), οι νεαρές λεσβίες και ομοφυλόφιλοι έχουν περισσότερες πιθανότητες να αυτοκτονήσουν απ’ ότι τα ετεροφυλόφιλα παιδιά, το 14% των λεσβιών δεν αμείβεται ανάλογα με τα προσόντα που έχει γιατί έγινε γνωστή η σεξουαλικότητα τους και είναι αρκετοί οι εργοδότες που δεν θα προσλάμβαναν κάποιο ομοφυλόφιλο ή θα απέλυαν τον οποιονδήποτε υπάλληλο τους γιατί κυκλοφόρησε η φήμη πως είναι ομοφυλόφιλος, τότε το θέμα δεν είναι τόσο απλό όσο ακούγεται.

Ομοφοβία είναι το μίσος, η μη ανοχή και ο φόβος για όποιον άνθρωπο δηλώνει λεσβία, gay ή αμφισεξουαλικός. Πρόκειται για προκατειλημμένα συναισθήματα που διαιωνίζουν μύθους, στερεότυπα και διακρίσεις και, δυστυχώς, υιοθετούνται από τους ίδιους τους ομοφυλόφιλους, όταν ζουν και κινούνται μέσα σε μια ομοφοβική κοινωνία, με αποτέλεσμα να θεωρούν τον εαυτό τους άρρωστο ή διεφθαρμένο και να στρέφονται πολύ εύκολα στην κατανάλωση αλκοόλ ή ναρκωτικών ουσιών ή να χρησιμοποιούν ρατσιστική συμπεριφορά προς τους άλλους ομοφυλόφιλους (που πολλές φορές είναι πιο βίαιη και από αυτή των ετεροφυλόφιλων).

Η ομοφοβία είναι πνευματική σκλαβιά γιατί εγκλωβίζει τον τρόπο σκέψης και την συμπεριφορά των ατόμων σε μια αρνητική στάση για τον λεσβιασμό και την ομοφυλοφιλία με αποτέλεσμα να θεωρούν πως η ετεροφυλία είναι η μοναδική νόμιμη μορφή σεξουαλικών σχέσεων. Μάλιστα όταν η μουσική, ο κινηματογράφος, η τηλεόραση και οι διαφημίσεις προωθούν έντονα τον ετεροσεξισμό, είναι λογικό και επόμενο πως περνά η εικόνα της ετεροφυλόφιλης ρομαντικής σχέσης, που απαρτίζει και τον πυρήνα της οικογένειας, ενώ όλες οι άλλες μορφές ερωτικών σχέσεων είναι καταδικαστέες. Φυσικά, έρχονται οι νόμοι και οι κοινωνικές νόρμες να ενισχύσουν ακόμα περισσότερο αυτή την μορφή σχέσεων και να χρησιμοποιηθούν σαν μέσο διακρίσεων κατά των λεσβιών και των ομοφυλόφιλων. Τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, δε, έχουν μια τάση να προβάλλουν στερεότυπα όπου ο gay άντρας είναι θηλυπρεπής, η λεσβία τρέφει μίσος για τον αντρικό πληθυσμό και ο αμφισεξουαλικός είναι μπερδεμένος και δεν έχει ακόμα βρει την σωστή σεξουαλική του ταυτότητα. Σπάνια θα δούμε να εμφανίζονται στην τηλεόραση ζευγάρια του ιδίου φύλου που δεν διαφέρουν καθόλου από το κάθε άλλο ζευγάρι και αυτό για να μην γκρεμιστούν τα στερεότυπα και οι μύθοι που πρέπει να διαιωνίζονται.

Μέσα σε ένα τόσο αρνητικό κλίμα, ο κάθε ομοφυλόφιλος θα προσαρμόζει την συμπεριφορά του ώστε να περνά απαρατήρητος και να μην γίνει αποδέκτης διακρίσεων και απόρριψης από την οικογένεια, την παρέα και το επαγγελματικό περιβάλλον. Δεν είναι λίγες οι φορές που η ομοφοβία αναγκάζει πολλές και πολλούς από εμάς να λογοκρίνουμε τα λόγια και την συμπεριφορά μας ή να αποφεύγουμε την οποιαδήποτε τρυφερή εκδήλωση στον σύντροφο μας σε δημόσιο χώρο. Ακόμα και ο χώρος εργασίας μπορεί να κρύβει παγίδες. Όταν όλοι οι συνάδελφοι συζητούν την προσωπική τους ζωή, εμείς παραμένουμε σιωπηλοί θεατές και νομίζουν πως είμαστε οι εργένηδες του γραφείου που πρέπει να βρεθεί και για αυτούς το κατάλληλο ταίρι (άντρας για τις γυναίκες και γυναίκα για τους άντρες).

Αυτή η αρνητική κατάσταση και συναισθήματα που δημιουργεί η ομοφοβία βασίζεται στην λανθασμένη εικόνα που κυκλοφορεί ευρέως και που τοποθετεί στην θέση του αποδιοπομπαίου τράγου όποιον άνθρωπο έχει διαφορετική σεξουαλικότητα από την ετεροφυλοφιλική. Κρύβεται, μάλιστα, τόσο καλά πίσω από τον ετεροσεξισμό (την τάση, δηλαδή, να θεωρείται ανώτερη η ετεροφυλοφιλικότητα από τον λεσβιασμό και την ομοφυλοφιλία), που μια απλή απορία όπως «πότε κατάλαβες ότι είσαι ομοφυλόφιλος;» να δείχνει την άγνοια που επικρατεί για θέματα σεξουαλικού προσανατολισμού. Σημαίνει πως η ομοφυλοφιλία είναι συνειδητή επιλογή και πως δεν χρειάζεται να κάνεις τίποτα για να είσαι ετεροφυλόφιλος, ενώ πρέπει να επιλέξεις την ομοφυλοφιλία σου. Η ετεροφυλοφιλία, με άλλα λόγια, γίνεται εξ ορισμού σεξουαλικός προσανατολισμός και γι αυτό όλοι μας θεωρούν ετεροφυλόφιλες ή ετεροφυλόφιλους μέχρι να τους ξεκαθαρίσουμε τι ακριβώς είμαστε.

Ορισμένες φορές ο κόσμος υποθέτει πως στραφήκαμε προς τον λεσβιασμό και την ομοφυλοφιλία γιατί είχαμε κάποια «τραυματική ετεροφυλοφιλική εμπειρία». Αναρωτήθηκε ποτέ κανείς αν έγινε ετεροφυλόφιλος γιατί είχε μια τραυματική ομοφυλοφιλική εμπειρία; Αν, λοιπόν, πιστέψουμε πως η ετεροφυλοφιλία είναι ανώτερη από την ομοφυλοφιλία, τότε δεν θα παρατηρήσουμε εύκολα και αμέσως τα οποιαδήποτε ομοφοβικά σχόλια γίνονται εναντίον μας και κινδυνεύουμε να γίνουμε αποδέκτες καταστάσεων όπου οι δικοί μας άνθρωποι δείχνουν να μας δέχονται, αρκεί να μην διατυμπανίζουμε τον λεσβιασμό ή την ομοφυλοφιλία μας. Περίτρανο παράδειγμα αυτό που ακούμε συχνά: «Κάνε ό,τι θέλεις στην προσωπική σου ζωή, αρκεί να μην το πεις πουθενά». Αυτό το «πουθενά» σημαίνει πως ναι μεν μπορείς να κάνεις έρωτα με άτομα του ίδιου φύλου, αλλά τσιμουδιά για ότι έκανες μόλις σηκωθείς από το κρεβάτι. Σημαίνει πως θα είσαι ο μόνος της παρέας, η μόνη στις οικογενειακές συγκεντρώσεις, σημαίνει εξαφανίσου από προσώπου γης γιατί παιδιά δεν θα κάνεις με την σχέση σου, σημαίνει άρνηση στην οποιαδήποτε νομική και θεσμική αναγνώριση των σχέσεων σου.

Αυτή η τακτική του διαίρει και βασίλευε βρίσκει εύκολα αποδέκτη στην οποιαδήποτε προκατειλημμένη συμπεριφορά και αντίδραση. Επομένως, αντί να αναγνωρίζεται η ποικιλία των ερωτικών σχέσεων και επαφών, ο κόσμος χωρίζεται σε δύο στρατόπεδα: των ετεροφυλόφιλων και των μη ετεροφυλόφιλων, με κυρίαρχη «φυλή» τους ετεροφυλόφιλους αφού σύμφωνα με την κλίμακα του Alfred Kinsey οι ομοφυλόφιλοι αποτελούν ένα 10% του γενικού πληθυσμού. Αυτό που σπάνια αναφέρεται είναι πως η συγκεκριμένη κλίμακα απέδειξε πως η πλειοψηφία των ανθρώπων έχουν ετεροφυλόφιλες και ομοφυλόφιλες επαφές. Είναι, δηλαδή, αμφισεξουαλικές και αμφισεξουαλικοί, άρα και οι ετεροφυλόφιλοι αποτελούν μια σεξουαλική μειονότητα μόνο που αρνούνται να το παραδεχτούν.

Είναι γεγονός πως όταν σπάνια γίνεται μνεία για την ποικιλία και τις μορφές της σεξουαλικότητας του ανθρώπου, ο ετεροσεξισμός, ο ετεροκεντρισμός και η κυριαρχία των ετεροφυλοφιλικών σχέσεων βρίσκουν πρόσφορο έδαφος για να περάσουν την εντύπωση πως μόνο ένας «σωστός» τρόπος υπάρχει, πως ένα είδος σχέσεων είναι «κανονικό», όλες οι άλλες σχέσεις απλώς είναι ανεκτές μέσα στα πλαίσια του πειραματισμού, είναι «φάσεις» και κανένας δεν λαμβάνει στα σοβαρά σχέσεις και οικογένειες με άτομα του ίδιου φύλου. Μάλιστα η επιχειρηματολογία που χρησιμοποιείται, βασίζεται μόνο στο γεγονός πως δύο άτομα του ίδιου φύλου δεν μπορούν να δημιουργήσουν οικογένεια, άρα πρέπει να περιθωριοποιηθούν με κάποιον τρόπο. Αντιθέτως, τα άκληρα ετεροφυλόφιλα ζευγάρια, που δεν μπορούν ή δεν θέλουν να αποκτήσουν παιδιά, εξακολουθούν να απολαμβάνουν όλα τα δικαιώματα στον γάμο και την υιοθεσία.

Η ομοφοβία είναι αποτέλεσμα της άγνοιας και η άγνοια δημιουργεί και διαιωνίζει προκαταλήψεις, δημιουργεί φοβίες για τον άλλον, τον ξένο που φαντάζει απειλητικός. Προκαλεί συναισθήματα μίσους τα οποία κατευθύνονται επιδέξια προς μια ομάδα, που γίνεται εύκολα στόχος και αποδέκτης όλων των αρνητικών αντιδράσεων. Κλείνει τον δρόμο για επικοινωνία και στιγματίζει καθ’ όλα υγιείς και δημιουργικούς ανθρώπους, τους αναγκάζει να αλλάξουν συμπεριφορά για να μην γίνουν οι «δακτυλοδεικτούμενοι».

 

Της Ειρήνης Πετροπούλου

Αναδημοσίευση από Κίνηση «απελάστε τον ρατσισμό»

.

Categories: Θεωρητικά | Σχολιάστε

Μάνος Χατζιδάκις : Ο νεοναζισμός δεν είναι οι άλλοι

.

Κείμενο του συνθέτη Μάνου Χατζιδάκι για τον νεοναζισμό και τον εθνικισμό που έγραψε τον Φεβρουάριο του 1993, λίγους μήνες πριν τον θάνατό του, το οποίο είχε δημοσιευτεί στο πρόγραμμα αντιναζιστικής συναυλίας που είχε δώσει η Ορχήστρα των Χρωμάτων με έργα Βάιλ, Λίστ και Μπάρτον. Το ίδιο κείμενο παράλληλα είχε δημοσιευτεί και στην εφημερίδα Ελευθεροτυπία.

«Ο νεοναζισμός, ο φασισμός, ο ρατσισμός και κάθε αντικοινωνικό και αντιανθρώπινο φαινόμενο συμπεριφοράς δεν προέρχεται από ιδεολογία, δεν περιέχει ιδεολογία, δεν συνθέτει ιδεολογία. Είναι η μεγεθυμένη έκφραση-εκδήλωση του κτήνους που περιέχουμε μέσα μας χωρίς εμπόδιο στην ανάπτυξή του, όταν κοινωνικές ή πολιτικές συγκυρίες συντελούν, βοηθούν, ενισχύουν τη βάρβαρη και αντιανθρώπινη παρουσία του.

Η μόνη αντιβίωση για την καταπολέμηση του κτήνους που περιέχουμε είναι η Παιδεία. Η αληθινή παιδεία και όχι η ανεύθυνη εκπαίδευση και η πληροφορία χωρίς κρίση και χωρίς ανήσυχη αμφισβητούμενη συμπερασματολογία. Αυτή η παιδεία που δεν εφησυχάζει ούτε δημιουργεί αυταρέσκεια στον σπουδάζοντα, αλλά πολλαπλασιάζει τα ερωτήματα και την ανασφάλεια. Όμως μια τέτοια παιδεία δεν ευνοείται από τις πολιτικές παρατάξεις και από όλες τις κυβερνήσεις, διότι κατασκευάζει ελεύθερους και ανυπότακτους πολίτες μη χρήσιμους για το ευτελές παιχνίδι των κομμάτων και της πολιτικής. Κι αποτελεί πολιτική «παράδοση» η πεποίθηση πως τα κτήνη, με κατάλληλη τακτική και αντιμετώπιση, καθοδηγούνται, τιθασεύονται.

Ενώ τα πουλιά… Για τα πουλιά, μόνον οι δολοφόνοι, οι άθλιοι κυνηγοί αρμόζουν, με τις «ευγενικές παντός έθνους παραδόσεις». Κι είναι φορές που το κτήνος πολλαπλασιαζόμενο κάτω από συγκυρίες και με τη μορφή «λαϊκών αιτημάτων και διεκδικήσεων» σχηματίζει φαινόμενα λοιμώδους νόσου που προσβάλλει μεγάλες ανθρώπινες μάζες και επιβάλλει θανατηφόρες επιδημίες.

Πρόσφατη περίπτωση ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος. Μόνο που ο πόλεμος αυτός μας δημιούργησε για ένα διάστημα μιαν αρκετά μεγάλη πλάνη, μιαν ψευδαίσθηση. Πιστέψαμε όλοι μας πως σ’ αυτό τον πόλεμο η Δημοκρατία πολέμησε το φασισμό και τον νίκησε. Σκεφθείτε: η «Δημοκρατία», εμείς με τον Μεταξά κυβερνήτη και σύμμαχο τον Στάλιν, πολεμήσαμε το ναζισμό, σαν ιδεολογία άσχετη από μας τους ίδιους. Και τον… νικήσαμε. Τι ουτοπία και τι θράσος. Αγνοώντας πως απαλλασσόμενοι από την ευθύνη του κτηνώδους μέρους του εαυτού μας και τοποθετώντας το σε μια άλλη εθνότητα υποταγμένη ολοκληρωτικά σ’ αυτό, δεν νικούσαμε κανένα φασισμό αλλά απλώς μιαν άλλη εθνότητα επικίνδυνη που επιθυμούσε να μας υποτάξει.

Ένας πόλεμος σαν τόσους άλλους από επικίνδυνους ανόητους σε άλλους ανόητους, περιστασιακά ακίνδυνους. Και φυσικά όλα τα περί «Ελευθερίας», «Δημοκρατίας», και «λίκνων πνευματικών και μη», για τις απαίδευτες στήλες των εφημερίδων και τους αφελείς αναγνώστες. Ποτέ δεν θα νικήσει η Ελευθερία, αφού τη στηρίζουν και τη μεταφέρουν άνθρωποι, που εννοούν να μεταβιβάζουν τις δικές τους ευθύνες στους άλλους.

(Κάτι σαν την ηθική των γερόντων χριστιανών. Το καλό και το κακό έξω από μας. Στον Χριστό και τον διάβολο. Κι ένας Θεός που συγχωρεί τις αδυναμίες μας εφόσον κι όταν τον θυμηθούμε μες στην ανευθυνότητα του βίου μας. Επιδιώκοντας πάντα να εξασφαλίσουμε τη μετά θάνατον εξακολουθητική παρουσία μας. Αδυνατώντας να συλλάβουμε την έννοια της απουσίας μας. Το ότι μπορεί να υπάρχει ο κόσμος δίχως εμάς και δίχως τον Καντιώτη τον Φλωρίνης).

Δεν θέλω να επεκταθώ. Φοβάμαι πως δεν έχω τα εφόδια για μια θεωρητική ανάπτυξη, ούτε την κατάλληλη γλώσσα για τις απαιτήσεις του όλου θέματος. Όμως το θέμα με καίει. Και πριν πολλά χρόνια επιχείρησα να το αποσαφηνίσω μέσα μου. Σήμερα ξέρω πως διέβλεπα με την ευαισθησία μου τις εξελίξεις και την επανεμφάνιση του τέρατος. Και δεν εννοούσα να συνηθίσω την ολοένα αυξανόμενη παρουσία του. Πάντα εννοώ να τρομάζω.

Ο νεοναζισμός δεν είναι οι άλλοι. Οι μισητοί δολοφόνοι, που βρίσκουν όμως κατανόηση από τις διωκτικές αρχές λόγω μιας περίεργης αλλά όχι και ανεξήγητης συγγενικής ομοιότητος. Που τους έχουν συνηθίσει οι αρχές και οι κυβερνήσεις σαν μια πολιτική προέκτασή τους ή σαν μια επιτρεπτή αντίθεση, δίχως ιδιαίτερη σημασία που να προκαλεί ανησυχία. (Τελευταία διάβασα πως στην Πάτρα, απέναντι στο αστυνομικό τμήμα άνοιξε τα γραφεία του ένα νεοναζιστικό κόμμα. Καμιά ανησυχία ούτε για τους φασίστες, ούτε για τους αστυνομικούς. Ούτε φυσικά για τους περιοίκους).

Ο εθνικισμός είναι κι αυτός νεοναζισμός. Τα κουρεμένα κεφάλια των στρατιωτών, έστω και παρά τη θέλησή τους, ευνοούν την έξοδο της σκέψης και της κρίσης, ώστε να υποτάσσονται και να γίνονται κατάλληλοι για την αποδοχή διαταγών και κατευθύνσεων προς κάποιο θάνατο. Δικόν τους ή των άλλων. Η εμπειρία μου διδάσκει πως η αληθινή σκέψη, ο προβληματισμός οφείλει κάπου να σταματά. Δεν συμφέρει. Γι’ αυτό και σταματώ. Ο ερασιτεχνισμός μου στην επικέντρωση κι ανάπτυξη του θέματος κινδυνεύει να γίνει ευάλωτος από τους εχθρούς. Όμως οφείλω να διακηρύξω το πάθος μου για μια πραγματική κι απρόσκοπτη ανθρώπινη ελευθερία.

Ο φασισμός στις μέρες μας φανερώνεται με δυο μορφές. Ή προκλητικός, με το πρόσχημα αντιδράσεως σε πολιτικά ή κοινωνικά γεγονότα που δεν ευνοούν την περίπτωσή τους ή παθητικός μες στον οποίο κυριαρχεί ο φόβος για ό,τι συμβαίνει γύρω μας. Ανοχή και παθητικότητα λοιπόν. Κι έτσι εδραιώνεται η πρόκληση. Με την ανοχή των πολλών. Προτιμότερο αργός και σιωπηλός θάνατος από την αντίδραση του ζωντανού και ευαίσθητου οργανισμού που περιέχουμε.

Το φάντασμα του κτήνους παρουσιάζεται ιδιαιτέρως έντονα στους νέους. Εκεί επιδρά και το marketing. Η επιρροή από τα Μ.Μ.Ε. ενός τρόπου ζωής που ευνοεί το εμπόριο. Κι όπως η εμπορία ναρκωτικών ευνοεί τη διάδοσή τους στους νέους, έτσι και η μουσική, οι ιδέες, ο χορός και όσα σχετίζονται με τον τρόπο ζωής τους έχουν δημιουργήσει βιομηχανία και τεράστια κι αφάνταστα οικονομικά ενδιαφέρονται.

Και μη βρίσκοντας αντίσταση από μια στέρεη παιδεία όλα αυτά δημιουργούν ένα κατάλληλο έδαφος για να ανθίσει ο εγωκεντρισμός η εγωπάθεια, η κενότητα και φυσικά κάθε κτηνώδες ένστιχτο στο εσωτερικό τους. Προσέξτε το χορό τους με τις ομοιόμορφες στρατιωτικές κινήσεις, μακρά από κάθε διάθεση επαφής και επικοινωνίας. Το τραγούδι τους με τις συνθηματικές επαναλαμβανόμενες λέξεις, η απουσία του βιβλίου και της σκέψης από τη συμπεριφορά τους και ο στόχος για μια άνετη σταδιοδρομία κέρδους και εύκολης επιτυχίας.

Βιώνουμε μέρα με τη μέρα περισσότερο το τμήμα του εαυτού μας – που ή φοβάται ή δεν σκέφτεται, επιδιώκοντας όσο γίνεται περισσότερα οφέλη. Ώσπου να βρεθεί ο κατάλληλος «αρχηγός» που θα ηγηθεί αυτό το κατάπτυστο περιεχόμενό μας. Και τότε θα ‘ναι αργά για ν’ αντιδράσουμε. Ο νεοναζισμός είμαστε εσείς κι εμείς – όπως στη γνωστή παράσταση του Πιραντέλο. Είμαστε εσείς, εμείς και τα παιδιά μας. Δεχόμαστε να ’μαστε απάνθρωποι μπρος στους φορείς του AIDS, από άγνοια αλλά και τόσο «ανθρώπινοι» και συγκαταβατικοί μπροστά στα ανθρωποειδή ερπετά του φασισμού, πάλι από άγνοια, αλλά κι από φόβο κι από συνήθεια.

Και το Κακό ελλοχεύει χωρίς προφύλαξη, χωρίς ντροπή. Ο νεοναζισμός δεν είναι θεωρία, σκέψη και αναρχία. Είναι μια παράσταση. Εσείς κι εμείς. Και πρωταγωνιστεί ο Θάνατος.»

.

Categories: Θεωρητικά | 1 σχόλιο

Blog στο WordPress.com.